Ένα οδοιπορικό «Στη Κυρά Φανερωμένη μας», γεμάτο θύμησες και νοσταλγίες.

05/06/2015 12:30Views: 197

FANEROMENI 1

Επιμέλεια – Παρουσίαση: Σωτήρης Κων. Κάτσενος, Δημοσιογράφος

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ «ΚΥΡΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» ΜΑΣ!

 

 

«Στην άχραντον εικόνα Σου

τα χείλη ολόθερμα ακουμπάμε,                      FANERVMENH 3

οι δύσκολες σαν έρχονται στιγμές.

Άνοιγε πάντα το στρατί,

Για να περνάμε…».

 

Και οι στιγμές που περνάμε, σαν λαός και σαν χώρα «Κυρά Φανερωμένη» μας, είναι μεγάλες και ενίοτε ανυπέρβλητες! Γι’ αυτό προστρέχουμε προς Σε Θεοτόκο – «πρεσβεία θερμή και τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον». Γι’ αυτό και ο κόσμος όλος, από κάθε γωνιά της Ελλάδας και του πλανήτη ολόκληρου, με ευλάβεια θα προσκυνήσει αυτές τις μέρες αλλά και πάντοτε – την σεπτή Σου Εικόνα –  «Κυρά Φανερωμένη» μας!

Γυρίζω του νου μου και τις θύμησες, χρόνια πίσω. Τότε, που μαθητής στο Δημοτικό και αργότερα στο Γυμνάσιο, τέτοιες γιορτινές και άγιες ημέρες, το προσκύνημα στο Μοναστήρι της Φανερωμένης, στην ετήσια εορτή Της, αλλά κι όλο το χρόνο, αποτελούσε πραγματική ιεροτελεστία! Τότε, που μικρά παιδιά, μαζί με τους γονείς μας, τους συγγενείς και τους συγχωριανούς μας, ξεκινούσαμε από τον Κάβαλο, ποδαρόδρομο ή καβάλα στ’ άλογα οι μεγαλύτεροι, για να φτάσουμε στο Μοναστήρι της Φανερωμένης. Τότε, που δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα κι άλλα μέσα μεταφοράς και χαιρόμαστε τη φύση, περιδιαβαίνοντας τον «Βάραγγα», το «Στρογγυλό», φτάνοντας στον Άγιο Γεώργιο, λίγο πριν καταλήξουμε στα «Πηγάδια», στους «Τσουκαλάδες». Τότε, που χαράματα στολίζαμε με τα «καβαλοσκούτια» τ’ άλογα και τα γαϊδουράκια, φορτωμένα με τα παραδοσιακά υφαντά «σακούλια» και με τα τάματα στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης. Τότε, που όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, διανύαμε όλη αυτή τη διαδρομή – πάνω από πέντε (5) χιλιόμετρα – με τα παπούτσια στο χέρι, αλλά με βαθιά πίστη προς Την Φανερωμένη, που οδηγούσε τα βήματά μας στο φιλόξενο Μοναστήρι της.

 

Περπατώντας, αρκετές ώρες, μέσα από δύσβατα μονοπάτια, γεμάτα από μυτερές πέτρες, αγκάθια και τριβόλια, για να εκπληρώσουμε το τάμα μας στη Μεγαλόχαρη και να προσευχηθούμε μπροστά στη σεπτή Της εικόνα. Πολλοί συγχωριανοί μου, πρόσφεραν στην Μεγαλόχαρη διάφορα τάματα, όπως, ρούχα, κεντήματα, καντήλια ακόμα και τα χρυσαφικά τους όταν κάτι δυσάρεστο είχε περάσει κάποιος δικός του άνθρωπος και η Κυρά Φανερωμένη τον έκανε καλά, τον γιάτρευε. Τότε, που το προσκύνημα στην «Χάρη Της» κρατούσε σχεδόν μια βδομάδα. Τότε, που στον αυλόγυρο της Φανερωμένης, στρωματσάδα, παρακολουθούσαμε με απόλυτη ευλάβεια και πλήρη κατάνυξη τις ιερές ολονυχτίες! Τότε, που οι ψυχές απελευθερωμένες από τα γήινα και τις καθημερινές σκοτούρες της ζωής, παραδίδονταν σε προσευχές και δοξολογίες!  Όταν φτάναμε κουρασμένοι από το ποδαρόδρομο, ο μακαρίτης ο μπάρμπα Αποστόλης και η μακαρίτισσα η θεια Γιάννα, μας καλοδεχόντουσαν και μας «τράταραν» με λουκούμι και δροσερό νερό σε κρυστάλλινο ποτήρι. Με δροσερό νερό, από τις γεμάτες «βαρέλες», που βρίσκονταν πάνω στα πεζούλια των κελιών. Μια εικόνα, που έχει μείνει ανεξίτηλη στο μυαλό μου. Με τον μπάρμπα Αποστόλη, από τα Ασπρογερακάτα, με τη μάλλινη φανέλα και την λευκαδίτικη σκούφια. Και τη θεια Γιάννα, με την παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά. Δυο υπέροχοι και ευγενικοί άνθρωποι!

 

Μετά το καθιερωμένο «τρατάρισμα» και τις πρώτες ανάσες ξεκούρασης, καθόμασταν κάτω από το καμπαναριό της Μεγαλόχαρης ή κάτω από τον πυκνό ίσκιο των πεύκων, συντροφιά με το κελάηδισμα των πουλιών, δίπλα στις πικροδάφνες και στα λουλούδια του αυλόγυρου του Μοναστηριού, αγναντεύοντας την Άη Γιάννη. Συντροφιά, με τον παφλασμό της θάλασσας που μας συνέπαιρνε και μας «έσβηνε» μονομιάς τη κούραση. Έχοντας στα πόδια μας, τη πόλη της Λευκάδας. Και φυσικά, όταν άρχιζαν να χτυπάνε οι καμπάνες του Μοναστηριού, το δάκρυ μας, πήγαινε «κορόμηλο»! Αυτός ο ήχος της καμπάνας του Μοναστηριού, έμελλε πολλά χρόνια αργότερα, να μου ξυπνήσει τα ίδια και ακόμα πιο δυνατά συναισθήματα νοσταλγίας και συγκίνησης. Ήταν, τότε, αρχές της δεκαετίας του 1990, με τον ερχομό της ελεύθερης ραδιοφωνίας όπου μέσα από τη φιλόξενη συχνότητα του Antenna Satellite και Antenna Pacific και την εκπομπή με τίτλο : «Άχ! Ελλάδα, σ’ αγαπώ», όπου είχα την επιμέλεια και την παρουσίαση για πολλά χρόνια και με την απλόχερη βοήθεια του συγχωριανού μου και συντοπίτη μας Άξιου Πρωτοπρεσβύτερου, Πατέρα Γεράσιμου Ζαμπέλη, μεταφέραμε τον εσπερινό «Της Κυράς Φανερωμένης μας» στους Έλληνες της Ομογένειας, στους Συνέλληνες της Αμερικής του Καναδά και της Αυστραλίας. Με την ευκαιρία αυτή, τον ευχαριστώ από καρδιάς για μια ακόμη φορά για την πολύτιμη βοήθεια του. Ήταν τότε, λοιπόν, που από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και του μικροφώνου, άκουσα τους Λευκαδίτες της Ομογένειας, να μου λένε με τρεμάμενη φωνή, ότι αυτό τον ήχο  της καμπάνας, είχαν να τον ακούσουν από μικρά παιδιά. Τότε, που έφευγαν στη ξενιτιά, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, το συγκινητικό τηλεφώνημα του συμπατριώτη μας, Κώστα Σταματέλου από τους Τσουκαλάδες – αλλά και πολλών άλλων ακόμα συμπατριωτών μας – όταν κλαίγοντας μου είπε, ότι έχει ν’ ακούσει αυτόν τον ήχο της καμπάνας της Μεγαλόχαρης, πάνω από τριάντα (30) χρόνια! Από τότε, που πήγαινε με τα πόδια στο γυμνάσιο στη Λευκάδα κι αργότερα έφευγε για μια καλύτερη τύχη στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Στιγμές ανείπωτης συγκίνησης και αέναης νοσταλγίας.

 

Άνοιγε, λοιπόν το στρατί, «Κυρά Φανερωμένη» Μας! Γιατί το κάλυψαν τα σύννεφα της φτώχειας, της ανέχειας και της ανημπόριας! Ενός λαού, που μάχεται να ορθοποδήσει από τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Που παλεύει να σταθεί όρθιος! Που ψάχνει τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Που έχει πίστη και ξέρει να μάχεται. Που με τη δική Σου βοήθεια, βγαίνει πάντα νικητής.

 

«Εν τη Μονή Σου, Παρθένε, πόθω προστρέχοντες και προσκυνούντες την θαυμαστήν Σου εικόνα,

Μετ’ ευλαβείας αντλούμεν τας χάριτας».

 

Ευχαριστώ από καρδιάς, τον Άγιο Ηγούμενο της Μονής της Φανερωμένης, Πατέρα Νικηφόρο, και τους Πατέρες του Μοναστηριού για το εξαιρετικό και πλούσιο υλικό που μου προσέφεραν για τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος, στην προστάτιδα του νησιού μας, την «Κυρά Φανερωμένη» μας.

 

Χρόνια πολλά, σε όλους μας και η «Προστάτιδά μας, η Κυρά Φανερωμένη μας», να μας προσέχει και να μας έχει όλους καλά.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

DSC_0209

Τρία χιλιόμετρα δυτικά τῆς πολιτείας ὑψώνεται σέ γραφικώτατο λόφο ἡ Ἱ. Μονή καί ὁ ναός τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης. Ἀλλά ποιός ἔστησε τόν θρόνο Της πάνω στόν αἰθέριο ἐξώστη τοῦ λευκαδίτικου αὐτοῦ παραδείσου; Ἡ ἱστορία εἶναι παλαιά. Φτάνει ὡς τούς πρώτους ἀποστολικούς χρόνους. Στή θέση πού εἶναι σήμερα τό Μοναστήρι ὑψωνόταν καλλιμάρμαρο ἱερό τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος. Μέχρις ὅτου ἀκούστηκε τό κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου. Ἡ παράδοση θέλει τόν Ἀκύλα (μαθητή τοῦ Ἀπ. Παύλου), ἱδρυτή τῆς ’Εκκλησίας τῆς Λευκάδος. Ἡ πνευματική δράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀκύλα ὁδήγησε στό νησί τόν Ἀπ. Παῦλο. Σύμφωνα πάντα μέ τήν παράδοση, ἔφθασε στήν Λευκάδα τόν χειμώνα τοῦ 65 μ.Χ. ἀπό τήν γειτονική Νικόπολη πού «παρεχείμαζε» (Τίτ. γ΄, 12). Τό πλοιάριο, πού μετέφερε τον Ἀπόστολο τοῦ Θεοῦ, ἀγκυροβόλησε στό ἕνα ἀπό τά δύο σημαντικά τότε λιμάνια τῆς πόλεως. ’Εκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει τό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγ. ’Ιωάννου τοῦ Προδρόμου (Ἀντζούσης). Ὁ θεῖος Παῦλος τήν ὑπάρχουσα σπηλιά τήν μετέτρεψε σέ «εὐκτήριο οἶκο». Μαζί του εἶχε τούς «πολύτιμους συνεργούς» Σωσίωνα καί Ἡρωδίωνα. ’Εδῶ συναντήθηκε μέ τόν ἄλλο βοηθό και «συνεργό» (Ρωμ. ιστ΄, 3), τόν Ἀκύλα, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ προπομπός τοῦ Ἱεροῦ τῶν εθνῶν Ἀποστόλου.

Τότε, λοιπόν, οἱ τρεῖς βοηθοί του, ἀφοῦ ἔλαβαν τήν εὐλογία ἀπό τόν θεῖο Παῦλο, κήρυξαν τό εὐαγγέλιο στήν περιοχή τῆς Ἱ. Μονῆς Φανερωμένης. Ἀπό τόν χῶρο αὐτόν, πού μέχρι τότε «λατρευόταν» ἡ Ἄρτεμις ἡ Λευκάδια, ἀρχίζει ν’ ἀνθίζει ἡ νέα ἐλπίδα, ἡ Ἀλήθεια. Τό Εὐαγγέλιον τῆς νέας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.

’Εδῶ θά χειροτονηθεῖ ἀπό τόν Ἀπ. Παῦλο, πρῶτος ἐπίσκοπος Λευκάδος ὁ Σωσίωνας. Μέ τόν Ἡρωδίωνα συνέβη τό ἑξῆς θαυμαστό γεγονός, πού τό διέσωσε ἀρχαία παράδοση. Ὕψωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί δεήθηκε μέ πίστη. Καί τότε τό εἴδωλο τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος ἔπεσε στή γῆ καί ἔγινε κομμάτια. Στήν ἴδια θέση, οἱ χριστιανοί Λευκαδίτες ἔχτισαν μικρό ναό, πού τόν ἀφιέρωσαν στήν Θεομήτορα. Ὁ ναός αὐτός ἦταν ὁ μοναδικός πού ὑπῆρχε στήν περιφέρεια τῆς πόλεως. Ἔτσι ἄρχισε τή ζωή της ἡ ’Εκκλησία τῆς Λευκάδος, μέ τόν πρῶτο ναό τῆς Φανερωμένης.

Γύρω ἀπό αὐτόν τόν μικρό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου χτίστηκαν στήν ἀρχή ἕνα-δυό κελλιά, γιά ἐκείνους πού ὑπηρετοῦσαν τόν ναό. Ἀργότερα –τό 332– στά χρόνια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἦλθαν στή Λευκάδα μοναχοί. Μερικοί ἀπό αὐτούς ἔμειναν στή Φανερωμένη. Τό 337 μεγάλωσαν τόν ναό, κατασκεύασαν καί ἄλλα κελλιά καί ἐπιμελήθηκαν τόν περίβολο. Ἀπέκτησε ἔτσι ὁ χῶρος τή μορφή τοῦ Μοναστηριοῦ.

Δέν πέρασε ὅμως πολύς καιρός, καί πυρκαγιά κατέστρεψε τή Μονή. Οἱ Λευκαδίτες τήν ξανάχτισαν. Καί παρήγγειλαν τήν Ἁγία Εἰκόνα στήν Κωνσταντινούπολη. Στόν σεβάσμιο καί ταλαντοῦχο ἁγιογράφο Κάλλιστο, πού ἦταν ἐφημέριος στήν Ἁγία Σοφία. ’Εκεῖνος προετοιμάστηκε μέ προσευχή καί νηστεία. ’Εργάστηκε μέ περισσή ἐπιμέλεια. Καί -ὅπως λέγεται- φανερώθηκε στόν Κάλλιστο, μέ θαυμαστό τρόπο, τό σχέδιο τῆς μορφῆς τῆς Θεοτόκου. (Τό «ἀχειροποίητο σχέδιο»). Ὁ Κάλλιστος, δηλαδή, βρῆκε ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία σχεδιασμένη τήν Εἰκόνα. Καί αὐτός κατόπιν μέ χρώματα τήν τελείωσε. Ἀπό τήν φανέρωση αὐτή τῆς Θεοτόκου, ὀνομάστηκε ἡ Ἱ. Εἰκόνα «Πεφανερωμένης». Ἤ «Φανερωμένη».

Στό διάστημα πού ἀκολουθεῖ λείπουν ἱστορικές μαρτυρίες. Καί φτάνουμε ἔτσι στό 1670, ὁπότε ἡ Μονή φέρεται, σέ χειρόγραφο κώδικα, σάν Μετόχι τῆς Παναγίας τῆς Καρακονησιᾶς, στόν Ἀμβρακικό κόλπο. Τό 1700 βρίσκουμε τή Μονή ἀνεξάρτητη.

Ἀργότερα οἱ Ἑνετοί ἔκαψαν τό Μοναστήρι (14 ’Ιουλίου 1762). Διασώθηκε ὅμως ἡ Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Τό Μοναστήρι ξαναχτίστηκε, ἀλλά κάηκε καί πάλι τό 1886. Τή φορά ὅμως αὐτή καταστράφηκε καί ὁ Ναός καί ἡ Εἰκόνα. Οἱ Λευκαδίτες τά ξανάφτιαξαν. Ὁ νέος ναός χτίστηκε μέ καταφανῆ ζακυνθινή ἐπίδραση. Τό τέμπλο τοῦ ναοῦ εἶναι θαυμάσιο ἔργο τοῦ Εὐστ. Προσαλέντη. Γιά τήν εἰκόνα κατέφυγαν στό Ἅγιον Ὄρος, στό «περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπου πάντα ἀνθοῦσε ἡ ἱερή τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. Ἀπεσταλμένος τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱ. Μονῆς ἔφτασε στήν πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ Ἡγούμενος Φιλάρετος Καρύδης. Ὁ Ἁγιογράφος τῆς νέας εἰκόνος ἦταν ὁ εὐλαβής Ἱερομόναχος Βενιαμίν Κοντράκης. ’Εκεῖνος ἐργάστηκε μέ περισσή δεξιοτεχνία καί τήν παρέδωσε τό 1887, ὅπως ἀναγράφεται στό κάτω δεξιό μέρος τῆς Ἱ. Εἰκόνος. Στή Λευκάδα ἔφτασε τήν παραμονή τῆς γιορτῆς τοῦ Μοναστηριοῦ. Κλῆρος καί λαός τήν ὑποδέχτηκαν μέ πολλή εὐλάβεια καί μέ ἱερό ἐνθουσιασμό.

Αὐτή, μέσα ἀπό τό ψηφιδωτό τοῦ χρόνου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς Φανερωμένης. Βγαλμένη μέσα ἀπό τήν παράδοση καί ἀπό τά ἱστορικά ἀρχεῖα.

Ἡ Φανερωμένη εἶναι τό μοναδικό Μοναστήρι τῆς Λευκάδος πού διατηρήθηκε μετά τήν ἀπαλλοτρίωση τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας τό 1925. Τά ἄλλα Μοναστήρια ὑπάγονται σ’ αὐτήν ἀπό τό 1933. Ἡ Ἱ. Μονή Φανερωμένης ἀποτελεῖ τό θρησκευτικό κέντρο τῶν Λευκαδιτῶν.

Κατά τά ἔτη 1936 ἕως 1965 ἔγινε ἡ δενδροφύτευση τῆς περιοχῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καί χτίστηκαν τό καμπαναριό, ἡ στέρνα καί τά κελλιά. Ἀπό τό 1968 καί ἐντεῦθεν ἀνακαινίστηκε τελείως ὁ ἱερός ναός καί ἡ περιοχή ὁλόκληρη.

Τόν ’Ιούλιο τοῦ 1987 ἔγιναν ἐπίσημες γιορτές στήν Ἱ. Μονή Φανερωμένης γιά τή συμπλήρωση ἑκατονταετίας ἀπό τῆς νέας φιλοτεχνήσεως τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος. Ἦλθε ἀπό τήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου – Ἁγίου Ὄρους τεμάχιο ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Κυρίου μας. Πλήθη κόσμου προσῆλθαν στήν Ἱερά Μονή, γιά νά προσκυνήσουν μέ εὐλάβεια καί συγκίνηση τόν Τίμιο Σταυρό καί τήν Ἱερά Εἰκόνα. Ὄχι μόνον ἀπό τή Λευκάδα, ἀλλά καί ἀπό ἄλλους νομούς τῆς Ἑλλάδος.

Τό ἴδιο γίνεται καί κατά τό ἐτήσιο πανηγύρι τῆς «Κυρᾶς». Τό νησί Της Τήν τιμοῦσε παλαιότερα κατά τήν ἡμέρα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Ἀργότερα ἐπεκράτησε νά τιμᾶται στήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε χρόνο, τέτοια ἡμέρα, ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν χριστιανῶν ὑμνολογεῖ «Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ…». Καί εἶναι συγκινητικό τό θέαμα στό πανηγύρι, πού διατηρεῖ καθαρό θρησκευτικό χρῶμα. Καί ἀφήνει πάντοτε ἱερές συγκινήσεις.

Κορύφωση στή συγκλονιστική μυσταγωγία εἶναι ἡ ὥρα πού ἡ Παναγία κατέρχεται ἀπό τόν θρόνο Της γιά τή λιτανεία.

Δέν μπορεῖ ἀνθρώπινος νοῦς νά περιγράψει ὅσα ἡ καρδιά βιώνει ἐκείνη τή στιγμή. Ὁ λόγος εἶναι ἀνίσχυρος νά ἐκφράσει τῆς ψυχῆς τό ἱερό     σκίρτημα. Ὅλο ἐκεῖνο τό ἄμετρο πλῆθος τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, πού σάν γαλήνιο ποτάμι ἀργοσέρνεται γύρω στό Μοναστήρι, λυγίζει αἰσθητά καί μέ τά μύρα τῆς προσευχόμενης ψυχῆς του ἑτοιμάζει τήν ὑποδοχή τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων μέσα στόν ἱερό χῶρο τῆς καρδιᾶς του.

Και ἡ λιτανεία ξεκινάει, γύρω ἀπό τό Μοναστήρι. Τώρα οἱ ὑπάρξεις σκύβουν, οἱ ψυχές γονατίζουν, γιά νά περάσει ἡ μεγάλη μάνα τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων.

Τά ἀνθρώπινα μάτια μετατρέπονται σέ βρύσες καί ραίνουν μέ τό δάκρυ τῆς προσευχῆς καί τῆς ἐλπίδος τόν δρόμο ἀπ’ ὅπου θά περάσει ἡ Κυρά.  Ἔνθεες στιγμές ζεῖ τώρα ὁ προσκυνητής. Ὁ ἤρεμος τόνος τῆς φιλαρμονικῆς, ἡ μυσταγωγική πνοή τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ ἀναστάσιμη συνοδεία τῶν ἱερέων, τοῦ ἡλίου τό χρύσωμα στά κλαδιά τῶν πεύκων, τό θρόισμα τῶν φύλλων, τό τιτίβισμα τῶν πουλιῶν, τό σιωπηλό περπάτημα τῶν ἀνθρώπων, ὅλοι καί ὅλα συνεργάζονται καί συμμετέχουν στή λιτανεία τῆς Παναγίας.

Κι ὅταν τήν ἡσυχία τῆς ὥρας ἐκείνης διαπερνάει ἡ προσευχόμενη φωνή τοῦ ἐπισκόπου τήν στιγμή τῆς δέησης, καί τό «’Επάκουσον ἡμῶν ὁ Θεός, ὁ Σωτήρ, ἡ ’Ελπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς…» λογχίζει λυτρωτικά τήν μυσταγωγία τῶν στιγμῶν, τότε ὁ κάθε προσκυνητής αἰσθάνεται ἕναν δυνατό ἔνθεο μετεωρισμό. Φεύγει ἀπό τό πνιγηρό «ἐδῶ καί τώρα» καί ἀγγίζει το ἀτίμητο κράσπεδο τῆς θείας ἀγάπης.

Μοναδικές ὄντως στιγμές! Στιγμές ἱερῶν συγκινήσεων, στιγμές ἔνθεων ἐλπίδων.

 

 

 

ΘΕΙΑ ΘΕΑ Η ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ

FANEROMENI 5

 

Καύχημα καί παρηγοριά των Λευκαδίων η Ιερά Μονή Φανερωμένης, μέ τή μακραίωνη ιστορία της, δεσπόζει στο λόφο της Κυράς, σέ ένα έξαίσια κατανυκτικό τοπίο, πού σκέπει καί καλλύνει η Σεπτή Εικόνα της προστάτιδας του κόσμου.

Κατά τήν Ιερά παράδοση η Αχειροποίητος Εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης ιστορήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη άπό τόν αγιογράφο καί εφημέριο της Μεγάλης Εκκλησίας της του Θεού Σοφίας Ιερομόναχο Κάλλιστο.

Ο σεβάσμιος Κάλλιστος της απέδωσε τήν προσωπωνυμία « Η ΠΕΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ » γιά τό θαυμαστό τρόπο κατά τόν οποίο  η ίδια η Παναγία φανέρωσε τόν Τύπο της Μορφής Της στό ήδη προετοιμασμένο πρός αγιογράφηση ξύλο. «ΠΕΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» ονομάστηκε, προσδιορίζοντας καί γραμματικά, ως μετοχή παρακειμένου, τήν ήδη φανερωθείσα μορφή. Συνηθιζόταν δέ νά εορτάζεται η τιμή της Παναγίας τήν ημέρα του Άκαθίστου Ύμνου.

Τό έτος 1886 τό Καθολικό του Μοναστηριού καταστράφηκε ολοσχερώς άπό πυρκαγιά καί παραδόθηκε στις φλόγες η Άχειροποίητος Εικόνα της Παναγίας. Ο τότε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλάρετος Καρύδης ανέθεσε στό λευκαδίτη Αγιορείτη Ιερομόναχο Βενέδικτο Καββαδά τήν εξεύρεση κατάλληλου Αγιογράφου γιά νά φιλοτεχνήσει πιστό άντίγραφο της Σεπτής Εικόνος.

Ο Ιερομόναχος Βενέδικτος έκρινε ως καταλληλότερο Αγιογράφο τόν Ιερομόναχο Βενιαμίν Κοντράκη από τήν συνοδεία των Γαλατσιάνων του Καρακαλινού κελλιού του Γενεσίου της Θεοτόκου στίς Καρυές του Αγίου Όρους. Παράλληλα ο Κουτλουμουσιανός μοναχός Ανατόλιος Μεσολογγίτης καί άλλοι Αγιορείτες πολίτες, καταγόμενοι από τή Λευκάδα, συνέδραμαν οικονομικά στήν αγιογράφηση της Ιεράς Εικόνος.

Ένα χρόνο αργότερα, τό έτος 1887, ολοκληρώθηκε η ιστόρηση του αντιγράφου, τό οποίο μεταφέρεται την παραμονή του Αγίου Πνεύματος στή Λευκάδα καί κλήρος καί λαός συγκινημένοι υποδέχονται μέ τιμές τήν Κυρά Φανερωμένη, προστάτιδα καί πολιούχο του νησιού.

Η Ι. Εικόνα, διαστάσεων 1,20 εκ. ύψος καί 80 εκ. πλάτος, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της Αγιορείτικης τεχνοτροπίας του 19ου αιώνα, μέ έκδηλες τίς δυτικές επιδράσεις στόν συγκεκριμένο τύπο εεκόνας «της Κυράς των Αγγέλων».

Τό στοιχείο πού καθιστά τήν Ι. Εἰκόνα μοναδική είναι ακριβώς αυτή η τεχνοτροπία της, δουλεμένη μέ τήν τεχνική της ακιδογραφίας, περισσότερο γνωστής ως «σγκραφίτο». Κατά αυτήν επιστρώνεται η επιφάνεια του ξύλου μέ ένα προκαταρκτικό χρώμα, εδώ μέ φύλλο χρυσού, επικαλύπτεται αυτό μέ δεύτερο καί στή συνέχεια αφαιρείται, γιά τήν ακρίβεια ξύνεται μέ ακίδα, τό επιφανειακό επίχρισμα έτσι ώστε τό εμφανιζόμενο καλλιτεχνικό σχέδιο νά έχει την απόχρωση του υποστρώματος.

Αρχίζοντας τήν περιγραφή μας από τή μορφή του «παιδίου» Ιησού Χριστού, του κεντρικού προσώπου της Εικόνος, παρατηρούμε τό έντονα ρεαλιστικό βλέμμα Του καί τό χαρακτηριστικά ευρύ μέτωπό Του, πού αποκαλυπτει τή Θεϊκή σοφία Του. Φέρει διακοσμημένο φωτοστέφανο μέ επιγραφή στόν εγχάρακτο σταυρό «Ο ΩΝ». Ευλογεί μέ το δεξιό Του χέρι καί στό αριστερό κρατά τό Βιβλίο της Ζωής (Αποκ. ιγ,8). Ο χιτώνας Του έχει γήινες αποχρώσεις (terra verde), ενώ ο μανδύας βαθύ κυανό [indigo blue] με τις πτυχές του να φωτίζονται με πραγματική χρυσαλοιφή.

Η Παναγία ένθρονη άτενίζει καί καθηλώνει τόν προσκυνητή μέ τό φως του Προσώπου Της και τή γλυκύτητα της Μορφής Της, πού δεσπόζει στήν Εικόνα. Οι συμμετρίες των χαρακτηριστικών Της σκιαγραφούν τό έκδηλα Θεομητορικό ήθος της καί ο ακτινωτός φωτοστέφανος διαχέει τό μυστικό Φώς Της. Τά Πανάχραντα χέρια της Θεομήτορος, μέ διακοσμημένες – έπιχρυσωμένες χειρίδες, βαστάζουν τόν Υιό της. Ανασηκώνει μέ το δεξιό χέρι Της το αριστερό πόδι του Κυρίου καί μέ τό αριστερό Της χέρι μας προτρέπει νά προσκυνήσουμε τόν Σωτήρα του κόσμου.

Άξιο θαυμασμού είναι τό εξωτερικό ένδυμα της Παναγίας (τό μαφόριον). Μας εκπλήσσουν οι εκλεπτυσμένες λεπτομέρειες, πραγματικό χρυσοποίκιλτο κέντημα «εν ιματισμώ διαχρύσω  περιβεβλημένη, πεποικιλμένη …» (ψαλμ. μδ,10), χρώματος ρόζ μέ τά βαθύτερα μέρη του [γραψίματα] νά προσεγγίζουν τό βαθύ κόκκινο. Στήν άκρη του, στό σειρίτι, επιδέχεται τήν τεχνική του στιλβωτού [στίλβω: γυαλίζω, λουστράρω], σκιάζοντάς το μέ τό σπάνιο ορυκτό χρώμα «αίμα δράκου» καί κοσμείται μέ εγχάρακτα γεωμετρικά σχέδια. Στό ύψος των βραχιόνων, κατά μήκος του γαλονιού, κρέμονται τα ερυθρόχρυσα κρόσσια, σύμβολο των ουράνιων χαρισμάτων Της, «εν κροσσωτοίς χρυσοίς …» (ψαλμ. μδ,14).

Ευδιάκριτα είναι καί τά τρία αστέρια, στό μέτωπο καί στούς ώμους, τά οποία συμβολίζουν τό αειπάρθενο της Θεοτόκου. Τό εσωτερικό ρούχο σέ σκούρα απόχρωση, όπως καί ο μανδύας του Χριστού, επισημαίνει την θεολογική αλήθεια οτι ο Χριστός ως Θεός ενδύθηκε τήν Ἀνθρώπινη φύση καί η Παναγία ως άνθρωπος τή θεϊκή χάρη. Παράλληλα μέ αυτή τήν αντίστροφη αντιστοίχιση των χρωμάτων στάενδύματα. ισορροπούν εικαστικά οι χρωματικές αναλογίες της Εικόνας. Από τόν χιτώνα προεξέχουν τά λιτά υποδήματά Της, πού τονίζουν μέ τό κόκκινο χρώμα τους καί τά χρυσά ψιμμύθιά τους, πού δίνουν τόν απαραίτητο φωτισμό, τήν βασιλική ιδιότητα της Άνασσας. Μία λεπτομέρεια πού μένει απαρατήρητη από τό βλέμμα του προσκυνητή είναι η χρώματος μπλέ ουρανί (serulen) στρωμνή στό κάθισμα του θρόνου, πού αποδεικνύει καί αυτή τήν εξαιρετικά καλλιτεχνική φροντίδα.

Εκατέρωθεν παρίστανται οι δύο Άρχάγγελοι, Μιχαήλ καί Γαβριήλ, οι οποίοι στηρίζονται στίς πλαϊνές προεξοχές του θρόνου. Στραμμένοι πρός τό Χριστό και την Παναγία σεβίζουν μέ τά χέρια τους εσταυρωμένα στό στήθος, φέροντας ο καθένας πάνω άπό τούς ακτινωτούς φωτοστεφάνους τους τά μονογράμματα «Μ» καί «Γ» άντίστοιχα. Οι εξωτερικοί μανδύες των Αρχαγγέλων, μέ τούς έντονους σέ κόκκινο καί ρόζ χρωματισμούς, έκπέμπουν χρυσίζον φως.

Αξιοσημείωτη είναι η λεπτομέρεια των έσωτερικών ενδυμάτων τους (στοιχάρια), πού στολίζονται στό μεγαλύτερο μέρος τους μέ κομψό καί ρεαλιστικό φυτικό διάκοσμο, παράλληλα είναι δουλεμένα αριστοτεχνικά μέ τήν τεχνική του σγκράφιτο ώστε νά δίνουν τήν εντύπωση υφαντών. Τά φτερά τους, χρώματος γκρί – πράσινου, σέ άπόλυτη σχηματική αρμονία μεταξύ τους, πλαισιώνουν τίς μορφές της Εικόνας.

Ο μεγαλοπρεπής θρόνος προσδίδει στό σύνολο βασιλική αίγλη. Τό ἐρεισίνωτο είναι στολισμένο με αχνούς υδατογραφικούς φυτικούς σχεδιασμούς σε χρώμα βαθύ κυανό, οι οποίοι, εξαιτίας της οξείδωσης από τό βερνίκι, πλέον είναι δυσδιάκριτοι. Επίσης είναι πλαισιωμένο μέ διακόσμηση πού δίνει τήν εντύπωση σκαλισμένου ξύλου, όπως καί τά πλαϊνά στηρίγματά του (βάσεις) μέ τά χαρακτηριστικά άνεπτυγμένα φύλλα άκανθας.

FANEROMENI 6  FANEROMENI 7 FANEROMENI 8

Ο κάμπος [φόντο] στό πάνω μέρος της Εικόνος, δουλεμένος έπίσης μέ τήν περίτεχνη μέθοδο του στιλβωτού καί της ακιδογραφίας, απεικονίζει συστάδες φυλλωμάτων, πλεγμένα μεταξύ τους, τά οποία χαρίζουν ένα θαυμάσιο σύνολο. Στό κέντρο, μέσα σέ τονισμένο μέ λευκό φόντο πλαίσιο, επιγράφεται μέ χρυσούς κεφαλαίους καλλιγραφικούς χαρακτήρες «Η ΠΕΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ». Στις δύο γωνίες, μέσα σέ χρυσούς κύκλους διακρίνουμε ευανάγνωστα μέ κεφαλαιογράμματη γραφή σέ σύντμηση τό «ΜΡ» (μήτηρ) «ΘΥ» (θεού).

Τό υποπόδιο [βάση του θρόνου] είναι χρώματος θαλασσί, συμβολική απεικόνιση του Ιονίου. Η άπόχρωση δέ αυτή, κυριαρχεί καί στά ένδύματα της Θεομήτορος, του Ιησού καί των Αρχαγγέλων, ωστόσο μέ τήν πάροδο του χρόνου έχει υποστεί καί αυτό σημαντικές χρωματικές άλλοιώσεις.

Στό κάτω μέρος της Εικόνος, σέ φόντο βαθύ πράσινο αναγράφονται, μέ χρυσά καλλιτεχνικά γράμματα, στήν κάτω αριστερά γωνία τά ονόματα των δωρητών: «Δαπάνη Βενεδίκτου Ιερομονάχου Καββαδά. Ανατωλίου μοναχού Μεσολογγίτου, καί Αγιορίται Λευκάδιοι πολίται» καί στήν κάτω δεξιά γωνία υπογράφει ο Αγιογράφος: «Εν Αγίω Όρει τοῦ Ἄθῳ τῷ ᾳωπζ! (1887) Χειρεί Βενιαμίν Ιερομονάχου Κ. Κοντράκη».

Η περικαλλής καί θαυματουργική Είκόνα της Παναγίας Πεφανερωμένης άποτελεί ένα θαυμάσιο έργο εκκλησιαστικής τέχνης. Ωατόσο ο θαυμασμός μας γιά αυτή τήν υπέροχη σύνθεση επισκιάζεται άπό τήν ευγνωμοσύνη μας πρός τήν Μητέρα όλων των Χριστιανών, η οποία μέ τήν εξαίσια φανερωμένη μορφή Της αναδεικνύει μέ ενάργεια δογματικές αλήθειες, ανυψώνει τά μάτια της ψυχής στή δόξα της Αγίας Τριάδας καί τήν εμπνέει νά απευθύνει ύμνο κατανυκτικό στή Θεομήτορα καί τόν Υιό της.

 

«Τόν τύπον της μορφής Σου Θεοτόκε Πανάχραντε, τόν Αχειροποίητον πάντες, προσκυνούντες τιμώμέν Σε …»

 

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 

Τό Μουσεῖο ’Εκκλησιαστικῆς Τέχνης στεγάζεται σέ νεόδμητο κτίριο στό βορειοδυτικό τμῆμα τῆς Ἱ. Μ. Φανερωμένης. Στούς δύο ὀρόφους τοῦ Μουσείου φιλοξενοῦνται ποικίλα ἀντικείμενα ἐκκλησιαστικῆς τέχνης, μεταβυζαντινῶν καί νεωτέρων χρόνων, ἀπό ναούς, μοναστήρια καί δωρεές οἰκογενειῶν Λευκαδίων.

Τό ἰσόγειο

Στήν εἴσοδο τοῦ Μουσείου παρουσιάζεται συνοπτικά ἡ ἱστορία τῆς Λευκάδος ἀπό τήν τουρκική κατάκτηση, στά 1479, ἕως τήν ἀπελευθέρωση καί τήν ἐνσωμάτωσή της στό Ἑλληνικό Κράτος στά 1864. Παράλληλα δίνονται πληροφορίες γιά τή μεταβυζαντινή ἐκκλησιαστική ἀρχιτεκτονική καί ζωγραφική στό νησί. ’Ιδιαίτερα ἐκθέματα ἀποτελοῦν ὁ πρωτότυπος χάρτης τῆς Λευκάδος τοῦ Ἑνετοῦ κοσμογράφου ἄoῖonἦlli, καί τό Εὐαγγέλιο πάνω στό ὁποῖο ἔγινε ἡ ὁρκωμοσία τῶν Φιλικῶν στή Λευκάδα στά 1821.

Στίς τρεῖς πρῶτες ἑνότητες ἐκτίθενται ἀντικείμενα ἐκκλησιαστικῆς τέχνης, ἀπό τόν 16ο ἕως τίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰώνα. Μέ ἀφετηρία τίς μοναδικές τοιχογραφίες τῆς Ὁδηγήτριας στήν Ἀπόλπαινα, ἐκτίθενται φορητές εἰκόνες, ἀπό τίς ὁποῖες οἱ πρωιμότερες ἀποτελοῦν ἔργα ξένων, πιθανόν Κρητῶν ζωγράφων. Πολλές ἀπό τίς μεταγενέστερες εἰκόνες χρονολογοῦνται στόν 18ο αἰ., κινοῦνται στό πνεῦμα τῆς παράδοσης τῆς κρητικῆς σχολῆς καί ἀποτελοῦν ἔργα Λευκαδίων ζωγράφων.

Ξεχωρίζουν: ἡ Madre della Cosolazione καί οἱ δεσποτικές εἰκόνες ἀπό τόν Ἱ. Ν. Ἀναλήψεως στό Φρύνι, Μετόχιο τῆς Ἱ. Μ. Φανερωμένης. ’Εξέχουσα θέση κατέχει ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο ἀρτοφόριο. Τά ἔργα πλαισιώνονται ἀπό ἐξαιρετικῆς τέχνης ἀντικείμενα ἐκκλησιαστικῆς μεταλλοτεχνίας καί ξυλογλυπτικῆς. Εἰδικό ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ δύο θεματικές ἑνότητες στίς ὁποῖες ἐκτίθενται ποικίλα ἔργα ρωσικῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς καί μεταλλοτεχνίας, ἀπό τόν 16ο ἕως τόν 19ο αἰώνα.

Σέ εἰδικά διαμορφωμένο χῶρο ἐκτίθενται χειρόγραφα καί παλαίτυπα, ἀπό τίς βιβλιοθῆκες τῶν μοναστηριῶν τῆς Λευκάδος. Ξεχωρίζει χειρόγραφο Εὐαγγέλιο 16ου αἰ.-17ου αἰώνα, καί τό Βιβλίο Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Γεωργίου, στούς Σκάρους, μέ ενδιαφέρουσες «ἐνθυμήσεις». Στά παλαίτυπα συγκαταλέγονται ἐκδόσεις ξένων καί ἑλληνικῶν τυπογράφων τῆς Βενετίας (De Giuliani, Vortoli, Pinello, Andreolla, Νικόλαος Σάρρος, Γλυκῆδες, Θεοδοσίου), με παλαιότερη ἔκδοση τό Εὐαγγέλιο τοῦ ’Ιακώβου Λεογκίνου (1575).

 

Ὁ ὄροφος

Στόν ὄροφο ἡ ἔκθεση ξεκινᾶ μέ ἔργα ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰώνα. Σέ ἰδιαίτερη θέση ἐκτίθεται ἡ Ἀποκαθήλωσις, ἔργο τῆς Λευκαδίτισσας Οὐρανίας Ἀρβανίτη-Γαζῆ. ’Επιμέρους θεματικές ἑνότητες ἀφοροῦν στούς θαυματουργούς ἁγίους τῶν Ἑπτανήσων, σέ σκηνές Δωδεκαημέρου, σέ Δεήσεις καί στή Θεοτόκο. Τά ἔργα παρουσιάζουν ποικιλία εἰκονογραφικῶν τύπων καί τεχνοτροπιῶν καί συνδυάζουν στοιχεῖα τῆς ἰταλικῆς ζωγραφικῆς καί τοῦ τοπικοῦ ἰδιώματος.

Τά ἔργα ἐκκλησιαστικῆς μεταλλοτεχνίας πού τά πλαισιώνουν, παρουσιάζουν ἀνάλογες ἐπιδράσεις ὡς πρός τό ὕφος καί τό θεματολόγιο.

Ἀκολουθεῖ ἡ συλλογή ἐκκλησιαστικῶν ὑφασμάτων καί ἀμφίων. Στό κέντρο ἐκτίθεται χρυσοκέντητος ’Επιτάφιος ρωσικοῦ ἐργαστηρίου ἀπό τόν Μητροπολιτικό Ναό τῆς Εὐαγγελίστριας, καί στήν παράπλευρη βιτρίνα παρουσιάζεται ἡ συλλογή ἀντιμηνσίων, μέ ἔργα Λευκαδιτῶν ζωγράφων καί χαλκογραφίες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Σέ περίοπτη θέση ἐκτίθεται χρυσοκέντητο ἐπιτραχήλιο, ἐπιγονάτια καί ποιμαντορικές ράβδοι ἀρχιεπισκόπων τῆς Λευκάδος. Στίς κεντρικές βιτρίνες παρουσιάζονται ἀρχιερατικές καί ἱερατικές στολές. ’Ιδιαίτερο ἔργο τῆς κεντητικῆς τέχνης ἀποτελεῖ φαιλόνιο ἀπό τήν Ἱ. Μ. Φανερωμένης. Ἀρχιερατικές πόρπες καί αὐθεντικές γκραβοῦρες μέ παραστάσεις ἱερέων τοῦ 17ου καί τοῦ 18ου αἰώνα ὁλοκληρώνουν τήν ἑνότητα.

Στήν ἑπόμενη θεματική ἑνότητα παρουσιάζεται τό ἐσωτερικό ἱεροῦ ναοῦ. Γίνεται ἀνασύνθεση τέμπλου μέ ξυλόγλυπτο ἐπιστύλιο του 1698 καί δεσποτικές εἰκόνες καί θύρες, ἔργα τοῦ Ἀνδρέα Μπέτζου ἀπό τόν ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου ’Εγκλουβῆς. ’Ιδιαίτερο ἔργο ἀποτελεῖ ἡ χρυσοκέντητη Πύλη μέ τή Μετάσταση τῆς Θεοτόκου, ἔργο τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰ., ἀφιέρωμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Φιλοθέου. Ἀξιόλογη εἶναι ἡ σύνθεση μέ ξυλόγλυπτο σταυρό καί λυπηρά ἀπό τόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Ἀθανασίου στό χωριό Ἀπόλπαινα.

Μεγάλο τμῆμα τῆς ἔκθεσης εἶναι ἀφιερωμένο στήν Ἱ. Μ. Φανερωμένης. ’Εκτίθενται φορητές εἰκόνες 17ου-18ου αἰ., καθώς ἐπίσης ἀντίγραφα τῆς ἀρχικῆς λατρευτικῆς εἰκόνας καί ἕνα ἀπό τά πρῶτα ἐνυπόγραφα ἔργα τοῦ Λευκαδίτου ζωγράφου ’Ιωάννη Ρούσσου. ’Επίσης, πολύτιμες πληροφορίες γιά τήν ἱστορία τῆς Ἱ. Μονῆς προσφέρουν χειρόγραφο Βιβλίο ’Εσόδων-’Εξόδων τοῦ 1746, πρωτόκολλο τοῦ 1866, καθώς ἐπίσης καί κτηματολόγιο του 19ου αἰ. ’Ενδεικτικά τοῦ πλούτου τῆς Ἱ. Μονῆς εἶναι τά ποικίλα ἀντικείμενα ἐκκλησιαστικῆς μεταλλοτεχνίας, ὅπως ἀργυρεπένδυτος σταυρός εὐλογίας, Εὐαγγέλιο τοῦ 17ου αἰ. μέ χρυσή στάχωση, ἀσημένιος σταυρός λιτανείας καί ριπίδια 18ου-19ου αἰ. Τέλος, τά πλούσια ἀφιερώματα στήν «Κυρά» μαρτυροῦν τήν πίστη καί τήν εὐλάβεια τῶν Λευκαδίων.

Ἡ ἔκθεση ὁλοκληρώνεται μέ εἰδική ἑνότητα ἀφιερωμένη στόν Μητροπολίτη Λευκάδος καί Ἁγίας Μαύρας Γρηγόριο Ἀραβανῆ (1792-1886), ὁ ὁποῖος μέ τίς προσπάθειές του συνέβαλε στήν πνευματική ἀφύπνιση τοῦ λαοῦ τῆς Λευκάδος τήν περίοδο αὐτή, καί πρωτοστάτησε στούς ἀγῶνες γιά τήν ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου μέ τήν Ἑλλάδα. ’Εκτίθεται προσωπογραφία του, φιλοτεχνημένη ἀπό τόν Μ. Βάταγελ, ἡ ἀρχιερατική στολή του, καθώς ἐπίσης καί ἐγκόλπια, βιβλία καί ἀντιμήνσια.

Το Ναυτικό Μουσείο

 

Το Ναυτικό Μουσείο Λευκάδος «Η Φανερωμένη» αποτελεί μια συλλογή από μινιατούρες καραβιών, ιστορικών και μη, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τα εκθέματα ξεπερνούν τον αριθμό των 50 και είναι όλα κατασκευασμένα από τον κ. Νικόλαο Θάνο (Μορίνα),ο οποίος είναι και ο δωρητής τους στην Ιερά Μονή.

Το Ναυτικό Μουσείο στεγάζεται σε έναν κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο στο υπόγειο του κτιρίου του Εκκλησιαστικού Μουσείου της Ιεράς Μονής Φανερωμένης.

 

 

                                                                                                                                                                        Κυρά Φανερωμένη

FANEROMENI 9

                                            Κυρά Φανερωμένη μου, του Λευκαδίτη σκέπη

                                                             χαρά στον που Σε προσκυνά, χαρά στον που Σε βλέπει.

                                                   Σεμνή Παρθένο να κρατάς στ’ απέριττο Θρονί σου

                                                      Τον Γικόκα Σου Τον ακριβό και Τον Μονογενή Σου.

                                                    Κι από τα πεύκα γύρωθε κι από τον κάμπο κάτω

                                                              κι απ’ του  Ιονίου την πνοή που γέμει αφρό δροσάτο.

Κι από τα θάμνα, τα στρουθιά και τα άγρια λουλούδια

μύρα, ψαλμούς, λιβανωτό σου στέλνουν τα αγγελούδια.

Κάμε, Κυρά μου, του φτωχού τον μόχθο ευλογία

του ανήμπορου τον πυρετό καν’ τον δροσιά αγία.

Της μάνας τον παραδαρμό που ‘χει παιδί στα ξένα

καν’ τον τραγούδι και χορό με κορυφαία εσένα.

Βλόγα Κυρά μου, του φωχού το λάδι και το αμπέλι

ως σ’ ευλογούν ακοίμητοι οι δυό Σου οι Αγγέλοι.

Κι ως στέκονται ο ένας ζερβά κι ο άλλος στα δεξιά Σου,

στέλνε μας θεία μηνύματα και σώζε τα παιδιά Σου.

Φανέρωνέ μας, Δέσποινα, την κρύφια τη βουλή Σου,

διωξ’ το κακό κι αγκάλιασε το όμορφο το νησί Σου.

Ως αγκαλιάζει με στοργή τα τέκνα της η μάνα,

ως αγκαλιάζει την ψυχή του δειλινού η καμπάνα.

Κι αξίωσέ μας αν ποτέ στα ξένα κοιμηθούμε

στο χώμα της δικής Σου γης ανάπαυση να βρούμε.

Κυρά Φανερωμένη μου, της πίστης μου λαμπάδα,

Κυρά μου και Βασίλισσα, βοήθα την Λευκάδα.

Ν. Καρύδη