Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 50,60

21/11/2013 14:54Views: 821

(συνέχεια)

 

 

Του Μάρκου Νικητάκη

 

Συγκοινωνία

Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish

Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη

με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο

οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Τότε είχαν μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη

μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Προσπαθούσα

πάντα να κάθομαι εκεί για να βλέπω την κίνηση, να παρακολουθώ τις

κινήσεις του οδηγού, τι έκανε δηλαδή για να οδηγήσει και για να μετράω

εν ήδη στατιστικής τα πράσινα και τα κόκκινα φανάρια!

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το

κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο. Με ένα πρωτόγονο μικρόφωνο έλεγε

τις στάσεις ή φώναζε το χαρακτηριστικό «τέρμα τα μία και είκοσι» ή το

γνωστό «τέρμα τα δίφραγκα».

Θυμάμαι εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που με το ευρώ

ξανάγιναν της μόδας!

Τα πράσινα λεωφορεία  Αθήνα – Πειραιάς από το Σύνταγμα, που

κυκλοφορούσαν όλη τη νύχτα σχεδόν, διέξοδος για τις φτωχές μας τσέπες.

Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές,

κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Ο Ηλεκτρικός με τα καθίσματα το ένα απέναντι στο άλλο, και τα τασάκια για

τα αποτσίγαρα, καπνίζαμε μέσα τότε! Στριμωξίδι, σαρδέλες πραγματικές μα

όλο κοντά σε κάποιο κορίτσι στεκόμαστε, όλο και το ακουμπάγαμε τυχαία

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις

πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι

οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή

μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel

Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault, το Simca 1000,

το 2CV, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. Θυμούμαι το

τεράστιο VOXOL ενός φίλου (μαρμάγκα το φωνάζαμε εμείς)!

Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Στην αρχή πίσω από την Ευαγγελίστρια

και μετά χαμηλά στο κέντρο, κοντά στην πλατεία Ιπποδαμείας. Άθλια κτίρια

και στις δύο περιπτώσεις. Το πρώτο ένα παλιό σπίτι που όταν έβρεχε

κάναμε τσουλήθρες στους διαδρόμους του, το δεύτερο στους πάνω ορόφους

μιας πολυκατοικίας, με την ταράτσα της χώρο για γυμναστική. Αλίμονο

στα αυτοκίνητα που περνούσαν αν μας έπεφτε κάποια από τις μπάλες

γυμναστικής, εκείνες τις βαριές (μέντεσιν μπολ;)!

Ο μοναδικός τρόπος για να πάμε στο σχολείο, τα πόδια μας. Κάποια

χιλιόμετρα δηλαδή στην πρώτη περίπτωση και ένας ανήφορος, εκεί

στην υπάρχουσα γέφυρα προς Πασαλιμάνι, να σου κόβονται τα πόδια.

Κάτω από τη γέφυρα ή πάνω σε αυτήν, τότε δεν είχε ολοκληρωθεί,

κάναμε την, ο Θεός να την κάνει, γυμναστική.

Επί χούντας τελείωσε η γέφυρα. Στα εγκαίνια με τον Παττακό, αναγκαστήκαμε

να πάμε όλοι και να χειροκροτούμε κιόλας! Εκεί στην αρχή της γέφυρας, σε

ένα οικόπεδο όλο χαλίκι, παίζαμε ποδόσφαιρο με το σχόλασμα. Συμμαθητής

μου ο, μεγάλος αργότερα τερματοφύλακας, Αρβανίτης, τον οποίο τότε δεν

βάζαμε τέρμα γιατί ήταν κακός…

Σχολείο πηγαίναμε έξι ημέρες την εβδομάδα (και το Σάββατο δηλαδή).

Κατά τα άλλα η ζωή στο σχολείο, μεσούσης της χούντας, δεν ήταν η

καλύτερη. Αυστηρότητα, το μαλλί κοντοκουρεμένο, οι αποβολές στην

ημερησία διάταξη. Οι καθηγητές παλιάς κοπής, λίγοι άξιζαν τον κόπο. Όπως

η Σοφία Παπαδάκη, μια καταπληκτική φιλόλογος και γνωστή ποιήτρια,

ο Γιώργος Μπλάνας και αυτός γνωστός λογοτέχνης, ο Βυτινάρος ο

γυμναστής (πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι του, να μας σηκώνει

απ τη φαβορίτα, να μας τραβάει τα αυτιά ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή

σφαλιάρα), ίσως να αδικώ κάποιους…

Άλλα ονόματα που θυμούμαι ο Βερνίκος (γυμνασιάρχης), ο Μασέλλος

(φυσικός), ο Διακογιάννης(φυσικός), ο Λαζαρόπουλος (μαθηματικός), η

Κατιρτζόγλου (γαλλικά), ο Βουδούρης (θεολόγος)…

Κατάλογος! Να σηκωθεί ο… Αγωνία. «Σήκω εσύ»! «Δεν ξέρω κύριε!». «Δεν

ξέρω, δεν ξέρεις, ξέρει!», έλεγε ο Διακογιάννης, δείχνοντας τον κατάλογο!

Τα δίδυμα αδέλφια, δεν είχαν πρόβλημα! Σηκωνόταν όποιος ήξερε το μάθημα

και άφηναν στον καθηγητή μόνιμη αμφιβολία για το ποιος του απάντησε!

«Λέου τώρα, δεν μιλάμε δεκαπέντε!», φώναζε ο Λαζαρόπουλος!

Η Παπαδάκη με ραδιοφωνάκι και ακουστικά άκουγε κάθε πρωί «Τζέην

Έυρ» ή «Μικρή πικρή μου αγάπη». Τα δίδυμα αδέλφια, έβαζαν και

αυτά ραδιόφωνο μέσα στην τάξη την ίδια ώρα και κάποτε, όταν το

ραδιόφωνο έλεγε την ώρα, η καθηγήτρια αυθόρμητα διόρθωσε το

ρολόι της. Αμέσως κατάλαβε βεβαίως τι έγινε και το ραδιοφωνάκι των

διδύμων κατασχέθηκε!

Στα διαλείμματα ζωγραφίζαμε δράκουλες στον πίνακα, όταν είχαμε «μαλακό»

καθηγητή εννοείται, ή γράφαμε ΟΣΦΠ, όταν είχαμε τον «γαύρο» μαθηματικό,

μου διαφεύγει το όνομά του!

Κάναμε κοπάνα από το σχολείο και πηγαίναμε, για να περάσουν τόσες

ώρες, σινεμά στο «Ιλίσια» ή στο «Φως», εκεί στην Τρούμπα. Έργα δύο,

το ένα καουμπόικο και το άλλο σεξουάλα, τσόντα πάει να πει γιατί τότε είχε

πραγματική έννοια η λέξη τσόντα. Έβλεπες δηλαδή ένα κανονικό έργο (της

σειράς) και ξαφνικά τσουπ! Έχανες την υπόθεση και τον κόσμο για λίγα

λεπτά! Χαμός στην αίθουσα. Φωνές και αλαλαγμοί, άξιος, άξιος και, όταν

τελείωνε η τσόντα, έντονες διαμαρτυρίες με εκφράσεις που δεν είναι πρέπον

να αναφερθούν! «Χασάπη γράμματα»!

Άλλες φορές σε κοπάνα φτάναμε μέχρι Αθήνα. Σε μια τέτοια πήγα για πρώτη

φορά στην Ακρόπολη ή σε σπίτι με … κόκκινο φανάρι!

Θυμούμαι με νοσταλγία τις ημερήσιες εκδρομές στην Κόρινθο, στο

Ξυλόκαστρο, στους Δελφούς ή όπου αλλού, τα παλιά λεωφορεία, τα

τραγούδια με τον Χρήστο Κυριαζή πρωταγωνιστή, τα πειράγματα και τα

ανέκδοτα στο δρόμο, το

«πάρε φόρα οδηγέ,

για να τους περάσουμε

και θα σε κεράσουμε,

του πενηνταράκι», την αίσθηση ελευθερίας τελικά.

Μικρές εκδρομές πηγαίναμε στον Προφήτη Ηλία (εκεί που σήμερα είναι το

Θυμούμαι ακόμη τη μεγάλη εκδρομή στη Ρόδο, την ποδηλασία μέχρι τα

λουτρά, το ξενοδοχείο με τα «αυγά αλά Ρους», την κοιλάδα με τις πεταλούδες,

την πρώτη φορά τελικά που μέναμε τόσο μόνοι μας, μακριά από το σπίτι!

Θυμούμαι την επίσκεψή μας στο εργοστάσιο του ΦΙΞ, για να μάθουμε πως

γίνεται η μπύρα ή σε εργοστάσιο στου Ρέντη για να μάθουμε πως γίνονται οι

Εξετάσεις. Δύο φορές το χρόνο εφ’ όλης της ύλης. Αγωνία και … σκονάκια!

Προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Τότε γράφαμε Σεπτέμβριο

πάει να πει ένα τουλάχιστον καλοκαίρι γεμάτο διάβασμα! Γράφαμε

σε μια ύλη που δεν είχαμε καν διδαχτεί άρα έπρεπε να καταφύγουμε

σε βοηθήματα και εξωσχολικά βιβλία. Τα βιβλία των Ιησουιτών στη

Γεωμετρία, του Κανέλλου στην Άλγεβρα κ.λ.π. Πηγαίναμε στις δημόσιες

βιβλιοθήκες και ξημεροβραδιαζόμαστε πολλές φορές, γιατί που λεφτά

για να τα αγοράσουμε!

Όταν γράφεις εκτός διδακτέας ύλης το φροντιστήριο είναι απολύτως

Αττικό Φροντιστήριο. Ντάνης, Κασιάρης, Καστόρας, Νικολός, Αλευράς,

Βολάνης καθηγητές πραγματικοί, ιδιαίτερα οι δύο πρώτοι!

Γιάννης Ντάνης. Καθηγητής γεωμέτρης με όλα τα γράμματα κεφαλαία! Τα

βιβλία του ακόμα είναι μοναδικά!

Ομόνοια. Θόρυβος στην πλατεία από τα τάκα τάκα. Δυο μπαλάκια πλαστικά,

δεμένα με σπάγκο σε ένα κρίκο. Περνάγαμε τον κρίκο στο δάκτυλό μας και

τα κτυπούσαμε μεταξύ τους, σε ένα αδιάκοπο θόρυβο που έσπαγε τα νεύρα

όλων. Και του Ντάνη, κυρίως αυτού, που έβγαινε στο παράθυρο και έβριζε!

Κασιάρης και Οργανική Χημεία! Φοβερός ο τρόπος διδασκαλίας του,

σαράντα χρόνια μετά θυμούμαι χαρακτηριστικές ατάκες και τα παραδείγματα

του, που άμεση σχέση είχαν με το μάθημά!

Από το μέσον ποτέ, δύο –οκτώ – δεκαοκτώ – τριάντα δύο, οξείδωση και

Μπουρδελότσαρκες στην ώρα της έκθεσης συνήθως. Στα στενά πίσω από το

ΙΚΑ στην Πειραιώς και όχι μόνο.

Πλάκα. Πόσο πάει; Τόσο. Ακριβή είσαι. Σιγά το πράγμα! Μας πέταγαν νερό

για να φύγουμε ή μας κυνηγούσαν με το σκουπόξυλο!

Ανέκδοτα στα διαλλείματα, ασκήσεις που μας παίδευαν ημέρες, φλερτ.

Μπιλιάρδο σε υπόγεια της Ομόνοιας. Ασφαλίτες που μας έπαιρναν τις

ταυτότητες και μας πήγαιναν στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση

στοιχείων. Ώρες σε ένα κελί μέχρι να μας ταυτοποιήσουν και να κρατήσουν

τους «επικίνδυνους» για τα περαιτέρω.

Πανεπιστήμιο. Χημείο, Νομική, ταράτσα, ξύλο. Φλεβάρης, Μάρτης, Μάης

του 73. Εκεί έμαθα όλα τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εκεί κατάλαβα

πως ήρωας είναι ο άνθρωπος της μια στιγμής, τότε δηλαδή που από

τον ενθουσιασμό και την έκρηξη θα κάνει το παράτολμο και μετά θα

ακολουθήσει την πορεία του. Εκεί οι χαφιέδες, εκεί οι δοσίλογοι, εκεί οι

γλύφτες, οι τσάτσοι, οι ρουφιάνοι. Εκεί και οι ασφαλίτες που, ντυμένοι

με αμπέχονο έκαναν τους φοιτητές και έδειχναν με το δάκτυλο.

Πολυτεχνείο. Χωρίς λόγια. Μεταπολίτευση και ξεκαθάρισμα των χουντικών

Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish

Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη

με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο

οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Τότε είχαν μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη

μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Προσπαθούσα

πάντα να κάθομαι εκεί για να βλέπω την κίνηση, να παρακολουθώ τις

κινήσεις του οδηγού, τι έκανε δηλαδή για να οδηγήσει και για να μετράω

εν ήδη στατιστικής τα πράσινα και τα κόκκινα φανάρια!

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το

κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο. Με ένα πρωτόγονο μικρόφωνο έλεγε

τις στάσεις ή φώναζε το χαρακτηριστικό «τέρμα τα μία και είκοσι» ή το

γνωστό «τέρμα τα δίφραγκα».

Θυμάμαι εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που με το ευρώ

ξανάγιναν της μόδας!

Τα πράσινα λεωφορεία  Αθήνα – Πειραιάς από το Σύνταγμα, που

κυκλοφορούσαν όλη τη νύχτα σχεδόν, διέξοδος για τις φτωχές μας τσέπες.

Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές,

κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Ο Ηλεκτρικός με τα καθίσματα το ένα απέναντι στο άλλο, και τα τασάκια για

τα αποτσίγαρα, καπνίζαμε μέσα τότε! Στριμωξίδι, σαρδέλες πραγματικές μα

όλο κοντά σε κάποιο κορίτσι στεκόμαστε, όλο και το ακουμπάγαμε τυχαία

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις

πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι

οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή

μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel

Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault, το Simca 1000,

το 2CV, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. Θυμούμαι το

τεράστιο VOXOL ενός φίλου (μαρμάγκα το φωνάζαμε εμείς)!

Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Στην αρχή πίσω από την Ευαγγελίστρια

και μετά χαμηλά στο κέντρο, κοντά στην πλατεία Ιπποδαμείας. Άθλια κτίρια

και στις δύο περιπτώσεις. Το πρώτο ένα παλιό σπίτι που όταν έβρεχε

κάναμε τσουλήθρες στους διαδρόμους του, το δεύτερο στους πάνω ορόφους

μιας πολυκατοικίας, με την ταράτσα της χώρο για γυμναστική. Αλίμονο

στα αυτοκίνητα που περνούσαν αν μας έπεφτε κάποια από τις μπάλες

γυμναστικής, εκείνες τις βαριές (μέντεσιν μπολ;)!

Ο μοναδικός τρόπος για να πάμε στο σχολείο, τα πόδια μας. Κάποια

χιλιόμετρα δηλαδή στην πρώτη περίπτωση και ένας ανήφορος, εκεί

στην υπάρχουσα γέφυρα προς Πασαλιμάνι, να σου κόβονται τα πόδια.

Κάτω από τη γέφυρα ή πάνω σε αυτήν, τότε δεν είχε ολοκληρωθεί,

κάναμε την, ο Θεός να την κάνει, γυμναστική.

Επί χούντας τελείωσε η γέφυρα. Στα εγκαίνια με τον Παττακό, αναγκαστήκαμε

να πάμε όλοι και να χειροκροτούμε κιόλας! Εκεί στην αρχή της γέφυρας, σε

ένα οικόπεδο όλο χαλίκι, παίζαμε ποδόσφαιρο με το σχόλασμα. Συμμαθητής

μου ο, μεγάλος αργότερα τερματοφύλακας, Αρβανίτης, τον οποίο τότε δεν

βάζαμε τέρμα γιατί ήταν κακός…

Σχολείο πηγαίναμε έξι ημέρες την εβδομάδα (και το Σάββατο δηλαδή).

Κατά τα άλλα η ζωή στο σχολείο, μεσούσης της χούντας, δεν ήταν η

καλύτερη. Αυστηρότητα, το μαλλί κοντοκουρεμένο, οι αποβολές στην

ημερησία διάταξη. Οι καθηγητές παλιάς κοπής, λίγοι άξιζαν τον κόπο. Όπως

η Σοφία Παπαδάκη, μια καταπληκτική φιλόλογος και γνωστή ποιήτρια,

ο Γιώργος Μπλάνας και αυτός γνωστός λογοτέχνης, ο Βυτινάρος ο

γυμναστής (πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι του, να μας σηκώνει

απ τη φαβορίτα, να μας τραβάει τα αυτιά ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή

σφαλιάρα), ίσως να αδικώ κάποιους…

Άλλα ονόματα που θυμούμαι ο Βερνίκος (γυμνασιάρχης), ο Μασέλλος

(φυσικός), ο Διακογιάννης(φυσικός), ο Λαζαρόπουλος (μαθηματικός), η

Κατιρτζόγλου (γαλλικά), ο Βουδούρης (θεολόγος)…

Κατάλογος! Να σηκωθεί ο… Αγωνία. «Σήκω εσύ»! «Δεν ξέρω κύριε!». «Δεν

ξέρω, δεν ξέρεις, ξέρει!», έλεγε ο Διακογιάννης, δείχνοντας τον κατάλογο!

Τα δίδυμα αδέλφια, δεν είχαν πρόβλημα! Σηκωνόταν όποιος ήξερε το μάθημα

και άφηναν στον καθηγητή μόνιμη αμφιβολία για το ποιος του απάντησε!

«Λέου τώρα, δεν μιλάμε δεκαπέντε!», φώναζε ο Λαζαρόπουλος!

Η Παπαδάκη με ραδιοφωνάκι και ακουστικά άκουγε κάθε πρωί «Τζέην

Έυρ» ή «Μικρή πικρή μου αγάπη». Τα δίδυμα αδέλφια, έβαζαν και

αυτά ραδιόφωνο μέσα στην τάξη την ίδια ώρα και κάποτε, όταν το

ραδιόφωνο έλεγε την ώρα, η καθηγήτρια αυθόρμητα διόρθωσε το

ρολόι της. Αμέσως κατάλαβε βεβαίως τι έγινε και το ραδιοφωνάκι των

διδύμων κατασχέθηκε!

Στα διαλείμματα ζωγραφίζαμε δράκουλες στον πίνακα, όταν είχαμε «μαλακό»

καθηγητή εννοείται, ή γράφαμε ΟΣΦΠ, όταν είχαμε τον «γαύρο» μαθηματικό,

μου διαφεύγει το όνομά του!

Κάναμε κοπάνα από το σχολείο και πηγαίναμε, για να περάσουν τόσες

ώρες, σινεμά στο «Ιλίσια» ή στο «Φως», εκεί στην Τρούμπα. Έργα δύο,

το ένα καουμπόικο και το άλλο σεξουάλα, τσόντα πάει να πει γιατί τότε είχε

πραγματική έννοια η λέξη τσόντα. Έβλεπες δηλαδή ένα κανονικό έργο (της

σειράς) και ξαφνικά τσουπ! Έχανες την υπόθεση και τον κόσμο για λίγα

λεπτά! Χαμός στην αίθουσα. Φωνές και αλαλαγμοί, άξιος, άξιος και, όταν

τελείωνε η τσόντα, έντονες διαμαρτυρίες με εκφράσεις που δεν είναι πρέπον

να αναφερθούν! «Χασάπη γράμματα»!

Άλλες φορές σε κοπάνα φτάναμε μέχρι Αθήνα. Σε μια τέτοια πήγα για πρώτη

φορά στην Ακρόπολη ή σε σπίτι με … κόκκινο φανάρι!

Θυμούμαι με νοσταλγία τις ημερήσιες εκδρομές στην Κόρινθο, στο

Ξυλόκαστρο, στους Δελφούς ή όπου αλλού, τα παλιά λεωφορεία, τα

τραγούδια με τον Χρήστο Κυριαζή πρωταγωνιστή, τα πειράγματα και τα

ανέκδοτα στο δρόμο, το

«πάρε φόρα οδηγέ,

για να τους περάσουμε

και θα σε κεράσουμε,

του πενηνταράκι», την αίσθηση ελευθερίας τελικά.

Μικρές εκδρομές πηγαίναμε στον Προφήτη Ηλία (εκεί που σήμερα είναι το

Θυμούμαι ακόμη τη μεγάλη εκδρομή στη Ρόδο, την ποδηλασία μέχρι τα

λουτρά, το ξενοδοχείο με τα «αυγά αλά Ρους», την κοιλάδα με τις πεταλούδες,

την πρώτη φορά τελικά που μέναμε τόσο μόνοι μας, μακριά από το σπίτι!

Θυμούμαι την επίσκεψή μας στο εργοστάσιο του ΦΙΞ, για να μάθουμε πως

γίνεται η μπύρα ή σε εργοστάσιο στου Ρέντη για να μάθουμε πως γίνονται οι

Εξετάσεις. Δύο φορές το χρόνο εφ’ όλης της ύλης. Αγωνία και … σκονάκια!

Προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Τότε γράφαμε Σεπτέμβριο

πάει να πει ένα τουλάχιστον καλοκαίρι γεμάτο διάβασμα! Γράφαμε

σε μια ύλη που δεν είχαμε καν διδαχτεί άρα έπρεπε να καταφύγουμε

σε βοηθήματα και εξωσχολικά βιβλία. Τα βιβλία των Ιησουιτών στη

Γεωμετρία, του Κανέλλου στην Άλγεβρα κ.λ.π. Πηγαίναμε στις δημόσιες

βιβλιοθήκες και ξημεροβραδιαζόμαστε πολλές φορές, γιατί που λεφτά

για να τα αγοράσουμε!

Όταν γράφεις εκτός διδακτέας ύλης το φροντιστήριο είναι απολύτως

Αττικό Φροντιστήριο. Ντάνης, Κασιάρης, Καστόρας, Νικολός, Αλευράς,

Βολάνης καθηγητές πραγματικοί, ιδιαίτερα οι δύο πρώτοι!

Γιάννης Ντάνης. Καθηγητής γεωμέτρης με όλα τα γράμματα κεφαλαία! Τα

βιβλία του ακόμα είναι μοναδικά!

Ομόνοια. Θόρυβος στην πλατεία από τα τάκα τάκα. Δυο μπαλάκια πλαστικά,

δεμένα με σπάγκο σε ένα κρίκο. Περνάγαμε τον κρίκο στο δάκτυλό μας και

τα κτυπούσαμε μεταξύ τους, σε ένα αδιάκοπο θόρυβο που έσπαγε τα νεύρα

όλων. Και του Ντάνη, κυρίως αυτού, που έβγαινε στο παράθυρο και έβριζε!

Κασιάρης και Οργανική Χημεία! Φοβερός ο τρόπος διδασκαλίας του,

σαράντα χρόνια μετά θυμούμαι χαρακτηριστικές ατάκες και τα παραδείγματα

του, που άμεση σχέση είχαν με το μάθημά!

Από το μέσον ποτέ, δύο –οκτώ – δεκαοκτώ – τριάντα δύο, οξείδωση και

Μπουρδελότσαρκες στην ώρα της έκθεσης συνήθως. Στα στενά πίσω από το

ΙΚΑ στην Πειραιώς και όχι μόνο.

Πλάκα. Πόσο πάει; Τόσο. Ακριβή είσαι. Σιγά το πράγμα! Μας πέταγαν νερό

για να φύγουμε ή μας κυνηγούσαν με το σκουπόξυλο!

Ανέκδοτα στα διαλλείματα, ασκήσεις που μας παίδευαν ημέρες, φλερτ.

Μπιλιάρδο σε υπόγεια της Ομόνοιας. Ασφαλίτες που μας έπαιρναν τις

ταυτότητες και μας πήγαιναν στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση

στοιχείων. Ώρες σε ένα κελί μέχρι να μας ταυτοποιήσουν και να κρατήσουν

τους «επικίνδυνους» για τα περαιτέρω.

Πανεπιστήμιο. Χημείο, Νομική, ταράτσα, ξύλο. Φλεβάρης, Μάρτης, Μάης

του 73. Εκεί έμαθα όλα τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εκεί κατάλαβα

πως ήρωας είναι ο άνθρωπος της μια στιγμής, τότε δηλαδή που από

τον ενθουσιασμό και την έκρηξη θα κάνει το παράτολμο και μετά θα

ακολουθήσει την πορεία του. Εκεί οι χαφιέδες, εκεί οι δοσίλογοι, εκεί οι

γλύφτες, οι τσάτσοι, οι ρουφιάνοι. Εκεί και οι ασφαλίτες που, ντυμένοι

με αμπέχονο έκαναν τους φοιτητές και έδειχναν με το δάκτυλο.

Πολυτεχνείο. Χωρίς λόγια. Μεταπολίτευση και ξεκαθάρισμα των χουντικών

Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish

Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη

με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο

οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Τότε είχαν μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη

μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Προσπαθούσα

πάντα να κάθομαι εκεί για να βλέπω την κίνηση, να παρακολουθώ τις

κινήσεις του οδηγού, τι έκανε δηλαδή για να οδηγήσει και για να μετράω

εν ήδη στατιστικής τα πράσινα και τα κόκκινα φανάρια!

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το

κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο. Με ένα πρωτόγονο μικρόφωνο έλεγε

τις στάσεις ή φώναζε το χαρακτηριστικό «τέρμα τα μία και είκοσι» ή το

γνωστό «τέρμα τα δίφραγκα».

Θυμάμαι εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που με το ευρώ

ξανάγιναν της μόδας!

Τα πράσινα λεωφορεία  Αθήνα – Πειραιάς από το Σύνταγμα, που

κυκλοφορούσαν όλη τη νύχτα σχεδόν, διέξοδος για τις φτωχές μας τσέπες.

Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές,

κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Ο Ηλεκτρικός με τα καθίσματα το ένα απέναντι στο άλλο, και τα τασάκια για

τα αποτσίγαρα, καπνίζαμε μέσα τότε! Στριμωξίδι, σαρδέλες πραγματικές μα

όλο κοντά σε κάποιο κορίτσι στεκόμαστε, όλο και το ακουμπάγαμε τυχαία

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις

πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι

οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή

μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel

Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault, το Simca 1000,

το 2CV, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. Θυμούμαι το

τεράστιο VOXOL ενός φίλου (μαρμάγκα το φωνάζαμε εμείς)!

Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Στην αρχή πίσω από την Ευαγγελίστρια

και μετά χαμηλά στο κέντρο, κοντά στην πλατεία Ιπποδαμείας. Άθλια κτίρια

και στις δύο περιπτώσεις. Το πρώτο ένα παλιό σπίτι που όταν έβρεχε

κάναμε τσουλήθρες στους διαδρόμους του, το δεύτερο στους πάνω ορόφους

μιας πολυκατοικίας, με την ταράτσα της χώρο για γυμναστική. Αλίμονο

στα αυτοκίνητα που περνούσαν αν μας έπεφτε κάποια από τις μπάλες

γυμναστικής, εκείνες τις βαριές (μέντεσιν μπολ;)!

Ο μοναδικός τρόπος για να πάμε στο σχολείο, τα πόδια μας. Κάποια

χιλιόμετρα δηλαδή στην πρώτη περίπτωση και ένας ανήφορος, εκεί

στην υπάρχουσα γέφυρα προς Πασαλιμάνι, να σου κόβονται τα πόδια.

Κάτω από τη γέφυρα ή πάνω σε αυτήν, τότε δεν είχε ολοκληρωθεί,

κάναμε την, ο Θεός να την κάνει, γυμναστική.

Επί χούντας τελείωσε η γέφυρα. Στα εγκαίνια με τον Παττακό, αναγκαστήκαμε

να πάμε όλοι και να χειροκροτούμε κιόλας! Εκεί στην αρχή της γέφυρας, σε

ένα οικόπεδο όλο χαλίκι, παίζαμε ποδόσφαιρο με το σχόλασμα. Συμμαθητής

μου ο, μεγάλος αργότερα τερματοφύλακας, Αρβανίτης, τον οποίο τότε δεν

βάζαμε τέρμα γιατί ήταν κακός…

Σχολείο πηγαίναμε έξι ημέρες την εβδομάδα (και το Σάββατο δηλαδή).

Κατά τα άλλα η ζωή στο σχολείο, μεσούσης της χούντας, δεν ήταν η

καλύτερη. Αυστηρότητα, το μαλλί κοντοκουρεμένο, οι αποβολές στην

ημερησία διάταξη. Οι καθηγητές παλιάς κοπής, λίγοι άξιζαν τον κόπο. Όπως

η Σοφία Παπαδάκη, μια καταπληκτική φιλόλογος και γνωστή ποιήτρια,

ο Γιώργος Μπλάνας και αυτός γνωστός λογοτέχνης, ο Βυτινάρος ο

γυμναστής (πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι του, να μας σηκώνει

απ τη φαβορίτα, να μας τραβάει τα αυτιά ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή

σφαλιάρα), ίσως να αδικώ κάποιους…

Άλλα ονόματα που θυμούμαι ο Βερνίκος (γυμνασιάρχης), ο Μασέλλος

(φυσικός), ο Διακογιάννης(φυσικός), ο Λαζαρόπουλος (μαθηματικός), η

Κατιρτζόγλου (γαλλικά), ο Βουδούρης (θεολόγος)…

Κατάλογος! Να σηκωθεί ο… Αγωνία. «Σήκω εσύ»! «Δεν ξέρω κύριε!». «Δεν

ξέρω, δεν ξέρεις, ξέρει!», έλεγε ο Διακογιάννης, δείχνοντας τον κατάλογο!

Τα δίδυμα αδέλφια, δεν είχαν πρόβλημα! Σηκωνόταν όποιος ήξερε το μάθημα

και άφηναν στον καθηγητή μόνιμη αμφιβολία για το ποιος του απάντησε!

«Λέου τώρα, δεν μιλάμε δεκαπέντε!», φώναζε ο Λαζαρόπουλος!

Η Παπαδάκη με ραδιοφωνάκι και ακουστικά άκουγε κάθε πρωί «Τζέην

Έυρ» ή «Μικρή πικρή μου αγάπη». Τα δίδυμα αδέλφια, έβαζαν και

αυτά ραδιόφωνο μέσα στην τάξη την ίδια ώρα και κάποτε, όταν το

ραδιόφωνο έλεγε την ώρα, η καθηγήτρια αυθόρμητα διόρθωσε το

ρολόι της. Αμέσως κατάλαβε βεβαίως τι έγινε και το ραδιοφωνάκι των

διδύμων κατασχέθηκε!

Στα διαλείμματα ζωγραφίζαμε δράκουλες στον πίνακα, όταν είχαμε «μαλακό»

καθηγητή εννοείται, ή γράφαμε ΟΣΦΠ, όταν είχαμε τον «γαύρο» μαθηματικό,

μου διαφεύγει το όνομά του!

Κάναμε κοπάνα από το σχολείο και πηγαίναμε, για να περάσουν τόσες

ώρες, σινεμά στο «Ιλίσια» ή στο «Φως», εκεί στην Τρούμπα. Έργα δύο,

το ένα καουμπόικο και το άλλο σεξουάλα, τσόντα πάει να πει γιατί τότε είχε

πραγματική έννοια η λέξη τσόντα. Έβλεπες δηλαδή ένα κανονικό έργο (της

σειράς) και ξαφνικά τσουπ! Έχανες την υπόθεση και τον κόσμο για λίγα

λεπτά! Χαμός στην αίθουσα. Φωνές και αλαλαγμοί, άξιος, άξιος και, όταν

τελείωνε η τσόντα, έντονες διαμαρτυρίες με εκφράσεις που δεν είναι πρέπον

να αναφερθούν! «Χασάπη γράμματα»!

Άλλες φορές σε κοπάνα φτάναμε μέχρι Αθήνα. Σε μια τέτοια πήγα για πρώτη

φορά στην Ακρόπολη ή σε σπίτι με … κόκκινο φανάρι!

Θυμούμαι με νοσταλγία τις ημερήσιες εκδρομές στην Κόρινθο, στο

Ξυλόκαστρο, στους Δελφούς ή όπου αλλού, τα παλιά λεωφορεία, τα

τραγούδια με τον Χρήστο Κυριαζή πρωταγωνιστή, τα πειράγματα και τα

ανέκδοτα στο δρόμο, το

«πάρε φόρα οδηγέ,

για να τους περάσουμε

και θα σε κεράσουμε,

του πενηνταράκι», την αίσθηση ελευθερίας τελικά.

Μικρές εκδρομές πηγαίναμε στον Προφήτη Ηλία (εκεί που σήμερα είναι το

Θυμούμαι ακόμη τη μεγάλη εκδρομή στη Ρόδο, την ποδηλασία μέχρι τα

λουτρά, το ξενοδοχείο με τα «αυγά αλά Ρους», την κοιλάδα με τις πεταλούδες,

την πρώτη φορά τελικά που μέναμε τόσο μόνοι μας, μακριά από το σπίτι!

Θυμούμαι την επίσκεψή μας στο εργοστάσιο του ΦΙΞ, για να μάθουμε πως

γίνεται η μπύρα ή σε εργοστάσιο στου Ρέντη για να μάθουμε πως γίνονται οι

Εξετάσεις. Δύο φορές το χρόνο εφ’ όλης της ύλης. Αγωνία και … σκονάκια!

Προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Τότε γράφαμε Σεπτέμβριο

πάει να πει ένα τουλάχιστον καλοκαίρι γεμάτο διάβασμα! Γράφαμε

σε μια ύλη που δεν είχαμε καν διδαχτεί άρα έπρεπε να καταφύγουμε

σε βοηθήματα και εξωσχολικά βιβλία. Τα βιβλία των Ιησουιτών στη

Γεωμετρία, του Κανέλλου στην Άλγεβρα κ.λ.π. Πηγαίναμε στις δημόσιες

βιβλιοθήκες και ξημεροβραδιαζόμαστε πολλές φορές, γιατί που λεφτά

για να τα αγοράσουμε!

Όταν γράφεις εκτός διδακτέας ύλης το φροντιστήριο είναι απολύτως

Αττικό Φροντιστήριο. Ντάνης, Κασιάρης, Καστόρας, Νικολός, Αλευράς,

Βολάνης καθηγητές πραγματικοί, ιδιαίτερα οι δύο πρώτοι!

Γιάννης Ντάνης. Καθηγητής γεωμέτρης με όλα τα γράμματα κεφαλαία! Τα

βιβλία του ακόμα είναι μοναδικά!

Ομόνοια. Θόρυβος στην πλατεία από τα τάκα τάκα. Δυο μπαλάκια πλαστικά,

δεμένα με σπάγκο σε ένα κρίκο. Περνάγαμε τον κρίκο στο δάκτυλό μας και

τα κτυπούσαμε μεταξύ τους, σε ένα αδιάκοπο θόρυβο που έσπαγε τα νεύρα

όλων. Και του Ντάνη, κυρίως αυτού, που έβγαινε στο παράθυρο και έβριζε!

Κασιάρης και Οργανική Χημεία! Φοβερός ο τρόπος διδασκαλίας του,

σαράντα χρόνια μετά θυμούμαι χαρακτηριστικές ατάκες και τα παραδείγματα

του, που άμεση σχέση είχαν με το μάθημά!

Από το μέσον ποτέ, δύο –οκτώ – δεκαοκτώ – τριάντα δύο, οξείδωση και

Μπουρδελότσαρκες στην ώρα της έκθεσης συνήθως. Στα στενά πίσω από το

ΙΚΑ στην Πειραιώς και όχι μόνο.

Πλάκα. Πόσο πάει; Τόσο. Ακριβή είσαι. Σιγά το πράγμα! Μας πέταγαν νερό

για να φύγουμε ή μας κυνηγούσαν με το σκουπόξυλο!

Ανέκδοτα στα διαλλείματα, ασκήσεις που μας παίδευαν ημέρες, φλερτ.

Μπιλιάρδο σε υπόγεια της Ομόνοιας. Ασφαλίτες που μας έπαιρναν τις

ταυτότητες και μας πήγαιναν στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση

στοιχείων. Ώρες σε ένα κελί μέχρι να μας ταυτοποιήσουν και να κρατήσουν

τους «επικίνδυνους» για τα περαιτέρω.

Πανεπιστήμιο. Χημείο, Νομική, ταράτσα, ξύλο. Φλεβάρης, Μάρτης, Μάης

του 73. Εκεί έμαθα όλα τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εκεί κατάλαβα

πως ήρωας είναι ο άνθρωπος της μια στιγμής, τότε δηλαδή που από

τον ενθουσιασμό και την έκρηξη θα κάνει το παράτολμο και μετά θα

ακολουθήσει την πορεία του. Εκεί οι χαφιέδες, εκεί οι δοσίλογοι, εκεί οι

γλύφτες, οι τσάτσοι, οι ρουφιάνοι. Εκεί και οι ασφαλίτες που, ντυμένοι

με αμπέχονο έκαναν τους φοιτητές και έδειχναν με το δάκτυλο.

Πολυτεχνείο. Χωρίς λόγια. Μεταπολίτευση και ξεκαθάρισμα των χουντικών

Τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish

Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη

με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο

οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Τότε είχαν μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη

μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Προσπαθούσα

πάντα να κάθομαι εκεί για να βλέπω την κίνηση, να παρακολουθώ τις

κινήσεις του οδηγού, τι έκανε δηλαδή για να οδηγήσει και για να μετράω

εν ήδη στατιστικής τα πράσινα και τα κόκκινα φανάρια!

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το

κλασσικό γκρι καπέλο με το γείσο. Με ένα πρωτόγονο μικρόφωνο έλεγε

τις στάσεις ή φώναζε το χαρακτηριστικό «τέρμα τα μία και είκοσι» ή το

γνωστό «τέρμα τα δίφραγκα».

Θυμάμαι εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που με το ευρώ

ξανάγιναν της μόδας!

Τα πράσινα λεωφορεία  Αθήνα – Πειραιάς από το Σύνταγμα, που

κυκλοφορούσαν όλη τη νύχτα σχεδόν, διέξοδος για τις φτωχές μας τσέπες.

Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές,

κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Ο Ηλεκτρικός με τα καθίσματα το ένα απέναντι στο άλλο, και τα τασάκια για

τα αποτσίγαρα, καπνίζαμε μέσα τότε! Στριμωξίδι, σαρδέλες πραγματικές μα

όλο κοντά σε κάποιο κορίτσι στεκόμαστε, όλο και το ακουμπάγαμε τυχαία

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις

πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι

οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή

μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel

Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault, το Simca 1000,

το 2CV, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. Θυμούμαι το

τεράστιο VOXOL ενός φίλου (μαρμάγκα το φωνάζαμε εμείς)!

Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Στην αρχή πίσω από την Ευαγγελίστρια

και μετά χαμηλά στο κέντρο, κοντά στην πλατεία Ιπποδαμείας. Άθλια κτίρια

και στις δύο περιπτώσεις. Το πρώτο ένα παλιό σπίτι που όταν έβρεχε

κάναμε τσουλήθρες στους διαδρόμους του, το δεύτερο στους πάνω ορόφους

μιας πολυκατοικίας, με την ταράτσα της χώρο για γυμναστική. Αλίμονο

στα αυτοκίνητα που περνούσαν αν μας έπεφτε κάποια από τις μπάλες

γυμναστικής, εκείνες τις βαριές (μέντεσιν μπολ;)!

Ο μοναδικός τρόπος για να πάμε στο σχολείο, τα πόδια μας. Κάποια

χιλιόμετρα δηλαδή στην πρώτη περίπτωση και ένας ανήφορος, εκεί

στην υπάρχουσα γέφυρα προς Πασαλιμάνι, να σου κόβονται τα πόδια.

Κάτω από τη γέφυρα ή πάνω σε αυτήν, τότε δεν είχε ολοκληρωθεί,

κάναμε την, ο Θεός να την κάνει, γυμναστική.

Επί χούντας τελείωσε η γέφυρα. Στα εγκαίνια με τον Παττακό, αναγκαστήκαμε

να πάμε όλοι και να χειροκροτούμε κιόλας! Εκεί στην αρχή της γέφυρας, σε

ένα οικόπεδο όλο χαλίκι, παίζαμε ποδόσφαιρο με το σχόλασμα. Συμμαθητής

μου ο, μεγάλος αργότερα τερματοφύλακας, Αρβανίτης, τον οποίο τότε δεν

βάζαμε τέρμα γιατί ήταν κακός…

Σχολείο πηγαίναμε έξι ημέρες την εβδομάδα (και το Σάββατο δηλαδή).

Κατά τα άλλα η ζωή στο σχολείο, μεσούσης της χούντας, δεν ήταν η

καλύτερη. Αυστηρότητα, το μαλλί κοντοκουρεμένο, οι αποβολές στην

ημερησία διάταξη. Οι καθηγητές παλιάς κοπής, λίγοι άξιζαν τον κόπο. Όπως

η Σοφία Παπαδάκη, μια καταπληκτική φιλόλογος και γνωστή ποιήτρια,

ο Γιώργος Μπλάνας και αυτός γνωστός λογοτέχνης, ο Βυτινάρος ο

γυμναστής (πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι του, να μας σηκώνει

απ τη φαβορίτα, να μας τραβάει τα αυτιά ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή

σφαλιάρα), ίσως να αδικώ κάποιους…

Άλλα ονόματα που θυμούμαι ο Βερνίκος (γυμνασιάρχης), ο Μασέλλος

(φυσικός), ο Διακογιάννης(φυσικός), ο Λαζαρόπουλος (μαθηματικός), η

Κατιρτζόγλου (γαλλικά), ο Βουδούρης (θεολόγος)…

Κατάλογος! Να σηκωθεί ο… Αγωνία. «Σήκω εσύ»! «Δεν ξέρω κύριε!». «Δεν

ξέρω, δεν ξέρεις, ξέρει!», έλεγε ο Διακογιάννης, δείχνοντας τον κατάλογο!

Τα δίδυμα αδέλφια, δεν είχαν πρόβλημα! Σηκωνόταν όποιος ήξερε το μάθημα

και άφηναν στον καθηγητή μόνιμη αμφιβολία για το ποιος του απάντησε!

«Λέου τώρα, δεν μιλάμε δεκαπέντε!», φώναζε ο Λαζαρόπουλος!

Η Παπαδάκη με ραδιοφωνάκι και ακουστικά άκουγε κάθε πρωί «Τζέην

Έυρ» ή «Μικρή πικρή μου αγάπη». Τα δίδυμα αδέλφια, έβαζαν και

αυτά ραδιόφωνο μέσα στην τάξη την ίδια ώρα και κάποτε, όταν το

ραδιόφωνο έλεγε την ώρα, η καθηγήτρια αυθόρμητα διόρθωσε το

ρολόι της. Αμέσως κατάλαβε βεβαίως τι έγινε και το ραδιοφωνάκι των

διδύμων κατασχέθηκε!

Στα διαλείμματα ζωγραφίζαμε δράκουλες στον πίνακα, όταν είχαμε «μαλακό»

καθηγητή εννοείται, ή γράφαμε ΟΣΦΠ, όταν είχαμε τον «γαύρο» μαθηματικό,

μου διαφεύγει το όνομά του!

Κάναμε κοπάνα από το σχολείο και πηγαίναμε, για να περάσουν τόσες

ώρες, σινεμά στο «Ιλίσια» ή στο «Φως», εκεί στην Τρούμπα. Έργα δύο,

το ένα καουμπόικο και το άλλο σεξουάλα, τσόντα πάει να πει γιατί τότε είχε

πραγματική έννοια η λέξη τσόντα. Έβλεπες δηλαδή ένα κανονικό έργο (της

σειράς) και ξαφνικά τσουπ! Έχανες την υπόθεση και τον κόσμο για λίγα

λεπτά! Χαμός στην αίθουσα. Φωνές και αλαλαγμοί, άξιος, άξιος και, όταν

τελείωνε η τσόντα, έντονες διαμαρτυρίες με εκφράσεις που δεν είναι πρέπον

να αναφερθούν! «Χασάπη γράμματα»!

Άλλες φορές σε κοπάνα φτάναμε μέχρι Αθήνα. Σε μια τέτοια πήγα για πρώτη

φορά στην Ακρόπολη ή σε σπίτι με … κόκκινο φανάρι!

Θυμούμαι με νοσταλγία τις ημερήσιες εκδρομές στην Κόρινθο, στο

Ξυλόκαστρο, στους Δελφούς ή όπου αλλού, τα παλιά λεωφορεία, τα

τραγούδια με τον Χρήστο Κυριαζή πρωταγωνιστή, τα πειράγματα και τα

ανέκδοτα στο δρόμο, το

«πάρε φόρα οδηγέ,

για να τους περάσουμε

και θα σε κεράσουμε,

του πενηνταράκι», την αίσθηση ελευθερίας τελικά.

Μικρές εκδρομές πηγαίναμε στον Προφήτη Ηλία (εκεί που σήμερα είναι το

Θυμούμαι ακόμη τη μεγάλη εκδρομή στη Ρόδο, την ποδηλασία μέχρι τα

λουτρά, το ξενοδοχείο με τα «αυγά αλά Ρους», την κοιλάδα με τις πεταλούδες,

την πρώτη φορά τελικά που μέναμε τόσο μόνοι μας, μακριά από το σπίτι!

Θυμούμαι την επίσκεψή μας στο εργοστάσιο του ΦΙΞ, για να μάθουμε πως

γίνεται η μπύρα ή σε εργοστάσιο στου Ρέντη για να μάθουμε πως γίνονται οι

Εξετάσεις. Δύο φορές το χρόνο εφ’ όλης της ύλης. Αγωνία και … σκονάκια!

Προετοιμασία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Τότε γράφαμε Σεπτέμβριο

πάει να πει ένα τουλάχιστον καλοκαίρι γεμάτο διάβασμα! Γράφαμε

σε μια ύλη που δεν είχαμε καν διδαχτεί άρα έπρεπε να καταφύγουμε

σε βοηθήματα και εξωσχολικά βιβλία. Τα βιβλία των Ιησουιτών στη

Γεωμετρία, του Κανέλλου στην Άλγεβρα κ.λ.π. Πηγαίναμε στις δημόσιες

βιβλιοθήκες και ξημεροβραδιαζόμαστε πολλές φορές, γιατί που λεφτά

για να τα αγοράσουμε!

Όταν γράφεις εκτός διδακτέας ύλης το φροντιστήριο είναι απολύτως

Αττικό Φροντιστήριο. Ντάνης, Κασιάρης, Καστόρας, Νικολός, Αλευράς,

Βολάνης καθηγητές πραγματικοί, ιδιαίτερα οι δύο πρώτοι!

Γιάννης Ντάνης. Καθηγητής γεωμέτρης με όλα τα γράμματα κεφαλαία! Τα

βιβλία του ακόμα είναι μοναδικά!

Ομόνοια. Θόρυβος στην πλατεία από τα τάκα τάκα. Δυο μπαλάκια πλαστικά,

δεμένα με σπάγκο σε ένα κρίκο. Περνάγαμε τον κρίκο στο δάκτυλό μας και

τα κτυπούσαμε μεταξύ τους, σε ένα αδιάκοπο θόρυβο που έσπαγε τα νεύρα

όλων. Και του Ντάνη, κυρίως αυτού, που έβγαινε στο παράθυρο και έβριζε!

Κασιάρης και Οργανική Χημεία! Φοβερός ο τρόπος διδασκαλίας του,

σαράντα χρόνια μετά θυμούμαι χαρακτηριστικές ατάκες και τα παραδείγματα

του, που άμεση σχέση είχαν με το μάθημά!

Από το μέσον ποτέ, δύο –οκτώ – δεκαοκτώ – τριάντα δύο, οξείδωση και

Μπουρδελότσαρκες στην ώρα της έκθεσης συνήθως. Στα στενά πίσω από το

ΙΚΑ στην Πειραιώς και όχι μόνο.

Πλάκα. Πόσο πάει; Τόσο. Ακριβή είσαι. Σιγά το πράγμα! Μας πέταγαν νερό

για να φύγουμε ή μας κυνηγούσαν με το σκουπόξυλο!

Ανέκδοτα στα διαλλείματα, ασκήσεις που μας παίδευαν ημέρες, φλερτ.

Μπιλιάρδο σε υπόγεια της Ομόνοιας. Ασφαλίτες που μας έπαιρναν τις

ταυτότητες και μας πήγαιναν στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση

στοιχείων. Ώρες σε ένα κελί μέχρι να μας ταυτοποιήσουν και να κρατήσουν

τους «επικίνδυνους» για τα περαιτέρω.

Πανεπιστήμιο. Χημείο, Νομική, ταράτσα, ξύλο. Φλεβάρης, Μάρτης, Μάης

του 73. Εκεί έμαθα όλα τα τραγούδια του Θεοδωράκη, εκεί κατάλαβα

πως ήρωας είναι ο άνθρωπος της μια στιγμής, τότε δηλαδή που από

τον ενθουσιασμό και την έκρηξη θα κάνει το παράτολμο και μετά θα

ακολουθήσει την πορεία του. Εκεί οι χαφιέδες, εκεί οι δοσίλογοι, εκεί οι

γλύφτες, οι τσάτσοι, οι ρουφιάνοι. Εκεί και οι ασφαλίτες που, ντυμένοι

με αμπέχονο έκαναν τους φοιτητές και έδειχναν με το δάκτυλο.

Πολυτεχνείο. Χωρίς λόγια. Μεταπολίτευση και ξεκαθάρισμα των χουντικών φοιτητών.

(συνεχίζεται)