Η διεκδίκηση συζυγικής περιουσίας μετά το διαζύγιο

29/01/2015 07:59Views: 3172

1316 9

Γράφει, ο Δικηγόρος κ. Χρυσόστομος Δ. Κύργιος | kyrgiosx@gmail.com

MEΡΟΣ B

Γίνεται να παραιτηθεί κάποιος από τους συζύγους από το δικαίωμα συμμετοχής του στα αποκτήματα του γάμου;

Η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραί- τηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ’ εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή πε ριεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των πε- ριουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ), οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσεως του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περρισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτά της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση.

Η άμυνα του εναγόμενου συζύγου στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου

Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος ή οι κληρονόμοι αυτού,του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλουν, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Ακ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περι- ουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την από- κρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με τη αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, ως προς το επί πλέον αυτού ποσοστό ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή συνιστά άρνηση. Τα ίδια ισχύουν ως προς το βάρος της απόδειξης και όταν ο εναγόμενος σύζυγος, προς απόκρουση της εναντίον του σχετικής αγωγής του άλλου, προτείνει σε συμψη- φισμό ανταπαίτησή του κατ’εκείνου, από τη συμβολή του στα αποκτήματα του ενάγοντος. Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Κληρονομείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου;

Η αξίωση του συζύγου για τη συμβολή του στα αποκτήματα, σε περίπτωση θανάτου αυτού, δεν κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί σχετική αγωγή του στον υπόχρεο, η αντίστοιχη όμως υποχρέωση του θανόντος κληρονομείται και οι κληρονόμοι του ενέχονται ο καθένας κατ’ αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας. Επομένως, οι εναγόμενοι από τον επιζώντα δικαιούχο σύζυγο κληρονόμοι του θανόντος υποχρέου, δεν έχουν, κατ’ αρχήν, σχετική ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος για τη συμβολή του κληρονομηθέντος από αυτούς στα αποκτήματα εκείνου, την οποία μπορούν να προβάλουν σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, εκτός αν επικαλούνται ότι η ανταπαίτηση του κληρονομηθέντος είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί από αυτόν όταν ζούσε σχετική αγωγή εναντίον του άλλου, ο δε πλουτισμός του δικαιούχου από τη συμβολή του θανόντος στην αύξηση της περιουσίας του δεν είναι αδικαιολόγητος.

Χρόνος παραγραφής της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου

Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 και 2 του ΑΚ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ’ του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δη- λαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ’ όσον όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (AK257). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης. Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΚ 261 και ΚΠολΔ 221 παρ. 1). Τέτοια πράξη θεωρείται κάθε διαδικαστική ενέργεια που κατά νόμον είναι αναγκαία για την συνέχιση της δίκης, αποβλέπει δε και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκοπού της. Έτσι, διαδικαστική πράξη είναι και η έκ- δοση αναβλητικής ή οριστικής αποφάσεως». Κάθε μία από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις επιφέρει αυτοτελώς την διακοπή της παραγραφής. Εφόσον δηλαδή οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ολόκληρος ο χρόνος, που απαιτείται για την παραγραφή της αξιώσεως και, ειδικώς για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα,τα δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου.