Κεντρί και μέλι η ζωή

30/09/2016 09:31Views: 29

kentri

 

Έχουν προηγηθεί αυτής της συλλογής διηγημάτων της άξιας φιλολόγου Φόνης Πολίτου – Ρέπουλη δύο προηγούμενες συγγραφικές της δοκιμές: Απόσταγμα μνήμης και Το συναπάντημα (Εκδόσεις Ιωλκός, 2005 και 2011 αντίστοιχα). Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το πρώτο, μυθιστόρημα με θέμα τη μετανάστευση και τον αγώνα των γυναικών στην Ελλάδα, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  το δεύτερο. Με μια μεστή και εύκαρπη θητεία στην εκπαίδευση η συγγραφέας, με πάθος για τη διδασκαλία και τη γνώση, την τέχνη και την ομορφιά, με μιαν αυθόρμητη κίνηση εστέτ σε κάθε της έργο ή χειρονομία, από τη χρήση της γλώσσας μέχρι και την ενδυματολογική της αισθητική, το πέρασμά της στη συγγραφή υπακούει απόλυτα σ’αυτή την πρωταρχική  ουσία της προσωπικότητάς της.

Πώς γράφεται ένα βιβλίο ή μάλλον γιατί γράφεται ένα βιβλίο; Πίσω από κάθε συγγραφή υπάρχει πάντοτε ένα εκλυτικό αίτιο-μια ισχυρή ψυχική δόνηση, ένας σπασμός λυγμικός, ένα συναισθηματικό ρίγος: που μετατρέπει το συναίσθημα σε λόγο κι αυτόν σε εξομολόγηση και την εξομολόγηση σε πράξη σωτήριας κάθαρσης. Το ομολογεί η συγγραφέας, ευλαβής και για όσα κρυμμένα αποκαλύπτει:  «Κι αν έτυχε κάποια απ’αυτά που ανασύρονται αβίαστα, ν’ανήκουν ακόμα και στην αθέατη όψη της καρδιάς, δε βεβηλώνουν, αλλά λυτρώνουν…»1 Στην περίπτωσή της, το εκλυτικό αίτιο ήταν ο πρόωρος θάνατος του συντρόφου της, που τάραξε συθέμελα τη ζωή της και τη γνώρισε με τον πόνο-έσχατο βίωμα της αγάπης. Πόσο σπαρακτικά το συντάσσει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, στον αφιερωματικό λόγο προς τον αδερφό του, όταν του προσφέρει Τα χελιδόνια του, τα παιδικά του τραγούδια: «Μου έδωσες τη βαθύτερη πληγή που μπορούσε να δώσει η αγάπη»2. Όμως η συγγραφέας, τον συγχωρεί και τον αποδέχεται τον πόνο-έκφραση της ζωής κι αυτός- «και δε διστάζει να ομολογεί πως πέρα από το άχθος είναι και δώρο με δωρεές τούτη η ζωή»3. Αυτό το ηχηρό «ναι» στη ζωή με όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις της, είναι η φιλοσοφία που διατρέχει και τα τρία βιβλία της, στα οποία περιβάλλει, με την ώριμη και νηφάλια βιοθεωρία της, τα πρόσωπα που συναντώνται στις σελίδες τους. Τους δικούς της ανθρώπους (Απόσταγμα μνήμης, Κεντρί και μέλι η ζωή) και τους άλλους, μετανάστες μιας βίαιης δημογραφίας, που η μοίρα μεταβάλλει άρδην ό,τι στην ψυχή τους έγραψαν για πατρίδα (Το συναπάντημα).

Κεντρί και μέλι η ζωή: Με έναν αντιθετικό προσδιορισμό, παρμένο από τη νατουραλιστική λειτουργία του κόσμου των μελισσών,  δηλώνονται και οι αντιθετικές εμπειρίες της ζωής, η χαρά και η λύπη, ο πόνος και η ευτυχία, η πτώση και η ανόρθωση.  Η συγγραφέας χαρακτηρίζει τα κείμενα που συναπαρτίζουν το βιβλίο, διηγήματα. Ας θυμίσουμε ότι ο όρος-που χαρακτηρίζει ένα από τα δημοφιλέστερα είδη της ευρωπαϊκής αφηγηματικής πεζογραφίας-, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Λευκαδίτη ιστορικό Σπυρίδωνα Βλαντή4, προκειμένου να χαρακτηρίσει μιαν επιλογή από το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου, που δημοσίευσε στη Βενετία το 17975. Ο όρος αυτός θα αντικαταστήσει με το πέρασμα του χρόνου, τον όρο ιστορία, αφήγηση γεγονότων δηλαδή, που προϋποθέτει πλοκή, αλληλουχία πράξεων, χαρακτήρες. Ανήκει στην ίδια κατηγορία με το μυθιστόρημα, για το οποίο ο Ε.Μ. Forster είχε δηλώσει κάποτε: «Μάλιστα, αγαπητοί μου, μάλιστα, το μυθιστόρημα διηγείται μια ιστορία». Σε απλούστερη και συντομότερη εκδοχή, σε μικρότερη κλίμακα6.

Τα κείμενα που συνθέτουν τη συλλογή Κεντρί και μέλι η ζωή, ωστόσο δεν είναι διηγήματα με την κλασική σημασία του λογοτεχνικού όρου. Βρίσκονται κοντά στην πιο ανοιχτή σημασία της έννοιας διήγημα, όπως πρωτοεμφανίζεται στον ιστορικό Πολύβιο (200-118 π.Χ.), και πάλι όμως με δεδομένο το στοιχείο της αφήγησης.  Η ίδια η συγγραφέας γράφει προσφυώς στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ότι πρόκειται για αυτοτελή μικρά και μεγάλα κείμενα-ένα πόνημα ψυχής. Μ’αυτό τον περιεκτικό προσδιορισμό αφήνεται ελεύθερη η ειδολογική κατάταξη και υπογραμμίζεται το βιωματικό στοιχείο, η προσωπική ματιά πάνω στα πράγματα και στους ανθρώπους. Θα έλεγα ότι εξετάζοντας φιλολογικά τα κείμενα της συλλογής, βρισκόμαστε πιο κοντά στο είδος που ο Ιωάννου χαρακτήρισε, γύρω στο 1960 περίπου,  ως πεζογράφημα, μια νέα σύνθεση μικροαφήγησης7 (Τζιόβας) που «συστεγάζει διάφορα θεωρητικά και αφηγηματικά είδη αλλά και ποικίλες εκφραστικές δεξιότητες ή ανάγκες (την εξομολογητική και ποιητική διάθεση, το σχόλιο, την παρατήρηση, την περιγραφή, τη μνήμη, τη φαντασία, τον συνειρμό)»8. Η παρατήρηση του Παναγιώτη Μουλλά, ότι στο πεζογράφημα υπάρχει «η δραστική παρουσία του υποκειμένου, δηλαδή ενός συγγραφέα-αφηγητή-πρωταγωνιστή, ο οποίος ενώ μας μιλάει για τα προσωπικά του προβλήματα, υπερβαίνει τον εαυτό του, κατορθώνοντας να ενσωματώσει στον προβληματισμό του και τον αναγνώστη του»9 (Π.Μουλλάς, Γύρω στο πεζογραφημα του Γ.Ιωάννου-Η ΠΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝ. ΓΛΩΣΣΑ) φαίνεται να συντονίζει την προθετικότητα της γραφής της φιλολόγου Φόνης Ρέπουλη στη συλλογή των παραπάνω κειμένων. Αφετηρία της πάντοτε μια βάση αυτοβιογραφική, επώδυνη ανασκαφή του παρελθόντος, απ’όπου και αντλεί το μέλι της ζωής, την ευτυχία της ιδιωτικότητας. Αλλά και η συγκατάθεση και αποδοχή του παρόντος μέσα στον ιμπρεσιονισμό της μελαγχολικής απουσίας, που ενδύεται όμως  τη στοχαστικότητα και την πράυνση της φιλοσοφικής κατάφασης σε ό,τι λέγεται ζωή. Η συντροφικότητα και η συμπόρευση-μεγάλη αξία της οικογενειακής ζωής-, τα παιδιά, τα εγγόνια, η αναπαραγωγή αιώνια λειτουργία της φύσης-το βλέπει παντού στη φύση στοχαστικά η συγγραφέας αυτό το μυστήριο και υποκλίνεται στο νόμο του και στην απλότητα της χαράς του. Θα γράψει για τη ζωή των κυκλάμινων, διδάσκοντας περιεκτικά και για των ανθρώπων τη ζωή: «Ζήλεψα την ευτυχία τους να αρκούνται στο ελάχιστο για να επιβιώσουν και τη δύναμή τους να δονούν αισθήσεις και αισθήματα»10 (σ.24). Και επανέρχεται  συνεχώς στη γενναιότητα και στην αγωνιστική δύναμη να κατακτά την ελπίδα, την απαντοχή-ό,τι η ίδια η συγγραφέας επιστρατεύει στη δική της μάχη με την πρόκληση της ζωής: «Υπόσχομαι ν’αντισταθώ με νύχια και με δόντια στη λύσσα του χρόνου, που τη μάχεται»11 σ.25, ακόμα κι όταν «Ανταρκτική παγώνει την καρδιά…»12 σ.25

Από αυτή την έντεχνη αυτοαναφορικότητα η συγγραφέας περνά αβίαστα στον κοινωνικό χώρο και στην εικονοποιία της καθημερινότητάς του, όπως η ίδια την αντιμετωπίζει και τη στοχάζεται. Σκηνές στο δρόμο, στο ΤΑΧΙ, στο μετρό, το περιθώριο μιας παρακμής που κατηφορίζει στην ιστορία-φτωχοί, επαίτες, ναρκομανείς, μοναχικοί κι εγκαταλειμμένοι άνθρωποι, το ενεχυροδανειστήριο- οι εμπειρίες της σύγχρονης κρίσης-και η εποπτεία μιας παγκόσμιας παρακμής: βία, φασισμός, επιβολή των ισχυρών, μετανάστευση και προσφυγιά, ανισότητα, απαιδευσία, κατάλυση της ελευθερίας, ασφυξία της δημοκρατίας. Κι εδώ, σ’ένα σημείο τομής θα συμφύρει η συγγραφέας και παιδαγωγός, ως επαναστατική αντίπραξη, τις οικογενειακές, με τις κοινωνικές και ηθικές αξίες: «Μόνη παρηγοριά…η σύνεση των ψύχραιμων και η φρόνηση-σ’όλο το φάσμα της λαϊκής αντίδρασης-των ικανών, των έντιμων, της οικογένειας και της ελπίδας των παιδιών». σ.1.100 . Κι ακόμα τις εθνικές αξίες, καθώς θεάται με σεβασμό και δέος την ιστορία και την ανθρώπινη θυσία μέσα σ’αυτή, διαχρονικά. Και τιμά τα σύμβολά της. Θα γράψει για τη σημαία, αναγιγνώσκοντας μελαγχολικά την ιστορία: «Τη σπίλωσαν συχνά-σε στίβους αναμετρήσεων-κατακτητές και συμπολίτες αρνητές, εκβιαστές, καπηλευτές ασύστολοι…Της ξέσκισαν τα σωθικά, της έκαψαν τα όνειρα, της ποδοπάτησαν ιδανικά. Της στέρησαν χωρίς αιδώ την αύρα του κυματισμού, το χρέος να τιμά μαχόμενων κι απόμαχων παλικαριές, να δίνει τον τελευταίο ασπασμό και να τιμά-σκεπάζοντας – κορμιά ανδρειωμένων.  Κι όμως αν και πολύπαθη, σε πείσμα ενός περήφανου λαού-άντεξε σ’ευτελισμούς…κι υψώθηκε από φιλότιμο ξανά…Σύμβολο της λευτεριάς, κόσμημα της παράδοσης…» σ. 102.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα κείμενα της συλλογής δεν παρουσιάζουν ειδολογική ομοιογένεια. Άλλοτε πιο κοντά στο χρονογράφημα, άλλοτε πλησιέστερα στο διήγημα (Οι σχέσεις σε κατάσχεση, σ. 41-59),  κι άλλοτε στη βιωμένη εμπειρία και την αυτοβιογραφική εξομολόγηση-χρέος σ’αγαπημένους της οικογένειας, σε φίλους και συνοδοιπόρους χρόνων πολλών- (Η σοδειά, Στις 7.30 ακριβώς, Μόναχο, Δολομίτες και βιολί, Αντάμα η Κρήτη και ο Μοριάς), διέπονται ωστόσο από έναν έκδηλο ανθρωπισμό, δοσμένον αξεδιάλυτα με την ποίηση της φυσικής ομορφιάς, όπως τη χαίρεται στο κάθε κλαρί του δέντρου, στο κάθε ταπεινό φυτό και λουλούδι, στη μαγεία του φεγγαριού, στη χαρά του φωτός.  Και η ευαίσθητη θεώρηση της μοίρας του ανθρώπου, του οποίου το κέρδος-όπως κι αν η ζωή του δείξει τον κόσμο-είναι να την αγαπά και να τη σέβεται γιατί μόνη της είναι ολόκληρη μια αυταξία.

Το έργο της ανταποκρίνεται ωστόσο και σε μια ποιότητα γραφής, πληθωρικής σε συναίσθημα και λόγο εκφραστικό, μαξιμαλιστικό, γλαφυρό, γλωσσική αίσθηση και άρωμα εποχής της χρυσής φιλολογίας, του φροντισμένου, εύχυμου φιλολογικού λόγου. Υπάρχουν, ωστόσο, στα διαλογικά μέρη κυρίως, και ανάλογα με τα δημογραφικά δεδομένα των προσώπων (ηλικία, καταγωγή) και ιδιαίτερες γλωσσικές νόρμες που χαρακτηρίζουν την ιδιόλεκτο των νέων, τη σύγχρονη αυτοματική τους επικοινωνία ή και τοπικά ιδιώματα.  Δείχνοντας την ποικιλία των γλωσσικών πολιτισμών με τους οποίους συγχρωτίζεται και αφομοιώνει στην υφολογία του ο άνθρωπος στη διάρκεια της ζωής του.

Η φιλολογική ταυτότητα και οι μνήμες των καταγωγικών της ριζών, προσπορίζουν στη συγγραφέα την άνεση της διακειμενικής επικοινωνίας με τη λόγια λογοτεχνία -σε κάθε ευκαιρία ανακαλεί συνειρμικά και παραθέτει στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα της λόγιας ποιητικής μας παράδοσης. Αλλά και της παράδοσης του λαϊκού μας πολιτισμού: δημοτικό τραγούδι, θυμοσοφικός λαϊκός λόγος, εθιμικές αναφορές κ.λ.π. Πόσο συγκλονιστική είναι η σκηνή στο αυτοβιογραφικό αφήγημα Στις 7.30 ακριβώς, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στη σημειολογία του πένθους-μια αυθόρμητη χειρονομία έκφρασης, σε συνέχεια των λαϊκών σημείων και του αρχέγονου μύθου: «Τη μέρα της κηδείας σου κρέμασε στου σπιτιού του τον ιστό το μαύρο του πουκάμισο»-αναφέρεται στην κηδεία του συντρόφου της και στη χειρονομία εκλεκτού του φίλου.

Το πεζογράφημα της Φόνης Πολίτου-Ρέπουλη τελικά, στη συλλογή της Κεντρί και μέλι η ζωή  είναι πράγματι περισσότερο κοντά στον ορισμό του Ιωάννου, καθώς αναδεικνύεται το υποκείμενο-ο συγγραφέας, ο αφηγητής, και η ανάγκη του «της εξομολόγησης ενώπιον αμίλητου εξομολόγου». Μέσα σε ένα χαοτικό, ανέλεγκτο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον παραγωγής κειμένων-που εκφεύγουν από το ήθος του λογοτεχνικού κειμένου-είναι κι αυτό ζητούμενο-η φιλόλογος Φόνη Πολίτου Ρέπουλη έρχεται να θυμίσει με τη φωνή της ελάσσονος λογοτεχνίας, το ήθος της γλώσσας, την ηθική της ζωής  παράλληλα με την ανθρώπινη ομορφιά που εκδηλώνεται ως εγκαρτέρηση, αγωνιστικότητα, και δοτική και ενσυναισθητική διάθεση. Ως κατάφαση στην τέχνη του να ζεις.-

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Διδάκτωρ Φιλολογίας

Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας