Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και «Ο δρόμος προς τη λύση»

16/10/2020 11:52Views: 5

Άρθρο- Παρέμβαση του Δρ Ξενοφώντα Βεργίνη

          Στις 18/09/2020 (αριθμός φύλλου 1604) «Τα Νέα της Λευκάδας» δημοσίευσαν άρθρο μου με τον τίτλο «Ο Ερντογάν είναι φαινόμενο ή φαινομενικός;»

          Στο άρθρο εκείνο έφθανα στο συμπέρασμα ότι Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν,  Πρόεδρος της Τουρκίας, είναι ένας ικανός και έμπειρος πολιτικός με οργανωτική και διαχειριστική συγκρότηση και εμμονές να χτίσει μια ΝΕΑ ΤΟΥΡΚΙΑ σε διαστάσεις Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με παλινόρθωση του Ισλάμ στο εσωτερικό – ενάντια στη κοσμική ελίτ – και επέκταση της εξουσίας του στο εξωτερικό. Παράλληλα, υπογράμμιζα ότι η προσπάθειά του αυτή δεν θα μπορούσε – και δεν μπορεί – να έχει πιθανότητα επιτυχίας, αν στη διεθνή πολιτική σκηνή υπήρχαν, σήμερα, υψηλού κύρους ηγέτες, που θα απαιτούσαν την τήρηση  των αρχών και κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και την εφαρμογή των Αποφάσεων των Διεθνών Οργανισμών, που αφορούν  τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εθνική κυριαρχία.

          Συνεπώς, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα πολιτική και ανθρώπινη πορεία του, παρουσιάζεται στο διεθνή ορίζοντα «φαινόμενο». Αν, όμως, αύριο η διεθνής σκακιέρα αλλάξει και αποκτήσει ηγέτες διεθνούς  κύρους, που θα ζητούν την τήρηση της διεθνούς νομιμότητας,  τότε θα αποδειχθεί ως «φαινομενικός» και προς τα έσω και προς τα έξω.

          Με τη μέχρι τώρα πορεία του φαίνεται να κερδίζει τον πρώτο χαρακτηρισμό, γιατί δεν φαίνεται να τον φοβίζει και να τον σταματά κάποια σταθερή δύναμη. Όμως, επειδή και  σήμερα,  βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί, τίποτε δεν μπορεί ν’ αποκλεισθεί αύριο, οπότε θα ισχύσει ο δεύτερος χαρακτηρισμός.  Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Νοτιοανατολική πλευρά της Μεσογείου και όχι μόνο, θα βρίσκεται σε μια διαρκή αναστάτωση και αστάθεια, που θα εγκυμονούν κινδύνους και εκπλήξεις και θα αυξάνουν την παγκόσμια ανησυχία. Χθες η Συρία, οι Κούρδοι και η Λιβύη, σήμερα η Αρμενία και μόνιμος πονοκέφαλος η Ελλάδα και η Κύπρος!

          Σήμερα, ζούμε μια Τουρκία που η κυβέρνησή της λειτουργεί νευρικά και αποσπασματικά, αλλά και σταθερά ως μόνιμη πηγή απειλής για την ειρήνη. Ο Πρωθυπουργός της χώρας μας, Κυριάκος Μητσοτάκης, επαναλαμβάνει στις δηλώσεις του, σε κάθε ευκαιρία, στο εσωτερικό και εξωτερικό, ότι εναπόκειται στην Τουρκία «να κλείσει το δρόμο της κρίσης και να ανοίξει το δρόμο της λύσης».

Είναι μια προσφυής και άκρως διπλωματική θέση του Πρωθυπουργού της χώρας, με πολλά περιθώρια, που, όμως, δεν φαίνεται να συγκινεί τη γείτονα Τουρκία και τον Πρόεδρό της. Αλλά και αν ακόμη ο Ερντογάν αποδεχθεί αυτή την διατύπωση πολιτικής, αμφιβάλλω κατά πόσον θα κατανοήσει το νόημά της, όπως ο Πρωθυπουργός μας την εννοεί. Γιατί ακόμη κι αν δεχθεί το πρώτο σκέλος της πρότασης, δηλαδή, «να κλείσει το δρόμο της κρίσης» τότε, ποιόν «δρόμο, άραγε, θα ανοίξει για λύση»; Εκείνον της διεθνούς νομιμότητας και του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας της γείτονας χώρας ή «τον δικόν του δρόμο», όπως τον εννοεί.

 Δεν μας μένει καμμιά αμφιβολία ότι ο «δρόμος της λύσης» για τον Ερντογάν περνάει μέσα από τις δικές του ευρύτερες διεκδικήσεις που εγείρει έναντι της Ελλάδος και τις προβάλλει ως μόνιμους στόχους. Και οι στόχοι της Κυβέρνησης Ερντογάν είναι γνωστοί σαφείς και σταθεροί. Διεκδικεί ως ελάχιστο το μοίρασμα του Αιγαίου (για το φυσικό πλούτο και την εξουσία της ναυσιπλοΐας), την αποστρατικοποίηση των νησιών, την εδαφική κυριαρχία σε βραχονησίδες και κατ’ επέκταση σε νησί ή σε νησιά  και πρόσθετα καθεστωτικές και εκκλησιαστικές αλλαγές στη Θράκη. Αν, λοιπόν, επαληθευθεί  ότι αυτοί είναι οι στόχοι που επιδιώκει, τότε «ο δρόμος της λύσης» είναι ανύπαρκτος και συνεπώς θα απομένει μόνιμα «ο δρόμος της κρίσης».

          Το συμπέρασμα αυτό, δυστυχώς, κατά την άποψή μου,  είναι υπαρκτό. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται ή διαγράφεται και «ο δρόμος των διερευνητικών επαφών και διαπραγματεύσεων». Αντίθετα, ο δρόμος των διερευνητικών επαφών είναι το «πρόκριμα» για το άνοιγμα του δρόμου «προς λύση». Αρκεί, να υπάρξει η σοβαρή και βαθιά προετοιμασία στη διερεύνηση συλλογής του υπερασπιστικού υλικού, που θα στηρίξει αντικειμενικά και ιστορικά τα επιχειρήματα  υπεράσπισης των δικαίων θέσεων και αιτημάτων της Ελλάδος έναντι εκείνων της Τουρκικής πλευράς.

          Αυτή η αλληλουχία των πραγμάτων προϋποθέτει σοβαρή ομάδα διαπραγματεύσεων σε σύνθεση  προσώπων και αποτελεσματικότητα, αναμφισβήτητου κύρους και αναγνώρισης.  Και στο μυαλό τους πρέπει να ναι πάντα η εθνική κυριαρχία, αλλά και η ειρηνική συμβίωση των λαών, ώστε να διασφαλισθεί μια διαρκής ειρήνη, επωφελεία  της αξιοπρέπειας και της ευημερίας του ανθρώπου και της κοινωνίας των πολιτών.