ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΜΑΣ: Η ΒΑΥΚΕΡΗ

26/11/2015 07:59Views: 296

ΒΑΥΚΕΡΗ

Γράφει ο Πρωτ/ρος Γεράσιμος Ζαμπέλης

 

Η Βαυκερή, μικρό χωριό με 63 κατοίκους σήμερα (εφημ. Κυβερνήσεως, 28-12-2012, αρ.φυλ.3465), βρίσκεται στον κεντρικό κορμό της Λευκάδας, τέσσαρα χιλιόμετρα ανατολικά της Καρυάς, κάτω από την Βορειοανατολική ισκιερή αγκαλιά των Σταυρωτών. Αναπαυόταν στοργικά στις πνευματικές φτερούγες της μονής Ασωμάτου Μιχαήλ. Ενός σημαντικού, μαρτυρικού και διαμαρτυρικού μοναστηριού (δες Πρωτ. Γερ. Ζαμπέλη, Ι.Μονή Ασωμάτου Μιχαήλ, Λευκάδα 2003). Σήμερα οι κάτοικοι της βιώνουν νοσταλγικά το ιερό ρίγος αυτής της έντονα διδακτικής και διδακτικά διαμαρτυρικής ιστορίας του χωριού και της μονής, όπως περιεκτικά  θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Η ονομασία Βαυκερή είναι Τουρκικής προέλευσης. Φαίνεται πως η ιστορική πορεία του χωριού ξεκινά την Τουρκοκρατία(1479-1684). Δίχως αυτό να αποκλείει την ύπαρξη μικρού οικισμού νωρίτερα. Η σύνθεση του ονόματος «έγινε κάπως έτσι: Βαυφκχαϊρί>Βαφκχερί> Βαυκερή»(Π.Γ.Ροντογιάννης, Ιστορία… α’ σ.423). Η ανάπτυξη του μικρού αρχικά οικισμού σε χωριό με δυναμική παρουσία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως οφείλεται στην γειτονική μονή Ασώματος Μιχαήλ. Και οπωσδήποτε συνδέεται με μεγάλη κτηματική περιουσία. Εξάλλου Βαφ-κχαϊρί σημαίνει κτηματική περιουσία, η οποία προσφέρεται για φιλανθρωπία.

Ακολουθώντας βήμα- βήμα και χρόνο το χρόνο την ανάπτυξη του χωριού αδυνατούμε να προσπεράσουμε την ιστορική βεβαιότητα πως η πλησιόχωρη μονή Ασώματος Μιχαήλ, ιδρυμένη  μόλις τον 11ο αιώνα, αποτελεί τον πνευματικό κυρίως, αλλά και οικονομικό «σιτοβολώνα» της ευρύτερης περιοχής. Η πλειοψηφία των μοναχών προερχόταν από την Βαυκερή. Ως εκ τούτου από πολύ ενωρίς, 11ο-12ο αιώνα, είχαν αυτοί οι πατέρες αναλάβει την οικονομική στήριξη και παιδευτική (την ακραφνώς Ελληνορθόδοξη) αναστήλωση του λαού. Έτσι οι Βαυκερίτες γνώριζαν, διέσωζαν και διασφάλιζαν την Ελληνορθόδοξη ταυτότητα τους, η οποία σε δύσκολες στιγμές λειτούργησε, όπως το απόρθητο τείχος στις αλλόφρονες επιθέσεις των εκάστοτε- επιδρομέων.

Αυτό γνώριζαν οι κατακτητές (Φράγκοι- Ενετοί- Γάλλοι- Άγγλοι κ.λπ.) και γι’ αυτό, προκειμένου να εξουδετερώσουν κάθε αντιστασιακή αναπνοή, συχνά διέσυραν και

«χτυπούσαν» τα εθνικά μας νεύρα, που είναι η ενορία και ο γνήσιος μοναχισμός. Η περιπέτεια της διάλυσης των Ι. μονών, μέσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η μονή Ασωμάτου, αποδεικνύει περίτρανα του λόγου την αλήθεια.

Αν στην έρευνά μας για σχολείο βρισκόμαστε για χρόνια πολλά σ’ ένα αδιαπέραστα σκοτεινό χώρο, ο ποίος δεν φανερώνει ύπαρξη σχολικής παιδείας και το μοναστήρι του Ασώματου λειτουργεί σαν παιδευτικός, οικονομικός, με ευρύτερες κοινωνικές- εθνικές παρεμβάσεις χώρος, αβίαστα οδηγούμαστε- στο ασφαλές συμπέρασμα, πως οι πατέρες της μονής μονοπωλιακά διακονούσαν στο ιερό μυστήριο της Ελληνορθόδοξης παιδευτικής – και όχι μόνο- ελπίδος. Η μονή λειτουργούσε σαν άτυπο, αλλά ουσιαστικό κέντρο παιδείας. Συνέβαλε δε ουσιαστικά και αποφασιστικά στην παιδευτική αναστήλωση του λαού και την διάσωση της Ελληνορθόδοξης ιστορίας και παράδοσης.

Επίσημο σχολείο – δημόσιο- θα λειτουργήσει τριάντα περίπου χρόνια ύστερα από την Ένωση της Επτανήσου (1864), το έτος 1895. Μέχρι τότε ο παπά Μαρίνος Μπαριάμης θα είναι ο μοναδικός δάσκαλος του άτυπου σχολείου του χωριού. Το 1933 ολοκληρώθηκε η ανέγερση δημοτικού σχολείου  , το οποίο χτίσθηκε σε οικόπεδο της δημευθείσης περιουσίας της μονής Ασωμάτου. Έκτοτε θα λειτουργεί σχολική κοινότητα μέχρι το 1981.

Άξιο και δίκαιο, αφού αναγνωρίζεται και ιστορικά αποδεικνύεται η πολύμορφη συμβολή της μονής στην Κοινότητα Βαυκερής και ευρύτερα στην κοινωνία της περιοχής, να αναφερθούμε περιεκτικά στην μεγάλη μορφή του Αρχιεπισκόπου Λευκάδας και Αγίας Μαύρας Παρθενίου Β’ Κονιδάρη (17   -1817) και στον πολυσήμαντο ρόλο που εκείνος διεδραμάτισε. Ρόλο πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό.

Η όποια αναφορά μας στην συγκεκριμένη αυτή Εκκλησιαστική προσωπικότητα του Λευκαδίου κληρικού αναδεικνύεται σε αξιοσημείωτο εκφραστή και άλλων, σημαντικών μεν, αφανών δε, μορφών, που σημάδεψαν με το έργο τους την τοπική μας ιστορία και σημαδεύτηκαν από αυτήν. Όλοι δε ανήκουν στο ιερό σμήνος των Πατέρων της μονής Ασωμάτου ή των άλλων πλησιόχωρων μονών (Κόκκινης Εκκλησίας, Αγ. Γεωργίου, Αγίου Ιωάννου στο λιβάδι κ.λπ.). Ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική οικογένεια του νησιού μας και αταλάντευτα, σταθερά και ουσιαστικά διακονούσαν την μεγάλη υπόθεση της ελευθερίας του ανθρώπου και του τόπου μας.

  Πρώτος και σημαντικός, λοιπόν, – κύτταρο δυναμικό της λαϊκής Λευκαδίτικης οικογένειας- είναι ο Παρθένιος Β’ Κονιδάρης. Γεννήθηκε, ανδρώθηκε στην χερσώδη γη της Βαυκερής ποτιζόμενος  με το ολοκάθαρο νερό και την αθόλωτη πνευματική και εθνική της αγωνία. Έζησε την προσφορά της παιδευτικής – της Ελληνορθόδοξης διδαχής μέσα στην ιερή και πλουτοφόρο αγκαλιά της μονής Ασωμάτου. Εδώ θα ενταχθεί στο ιερό σώμα των μοναχών και θα «περάσει» στις τάξεις των κληρικών, επίσημων διακόνων του Θεού και του ανθρώπου. Στο μοναστήρι θα εκλεγεί ηγούμενος, ο  πρώτος μιας αξιόλογης μοναστικής κοινότητος. Σαν ηγούμενος θα οργανώσει  πολυσύνθετα (λειτουργικά – πνευματικά-μυστηριακά- κοινωνικά και εθνικά) τη μονή. Θα υποχρεώσει  με πατρική αγάπη τους Πατέρες να ανασκουμπωθούν για το δυνατό και σωτήριο  έργο της διακονίας του λαού μας.  Η όλη ανατροφή και διακονία της ζωής του εκφράζει  όλους του γνήσιους και αληθινούς Βαυκερίτες.

Αγάπησε με ιερό πάθος τον λαό και αγαπήθηκε από αυτόν. Αποδεικνύεται  έμπρακτα αυτό από την προτίμηση του κλήρου και του λαού στην ανάδειξή του σε Μητροπολίτη Λευκάδος και Αγίας Μαύρας (24-7-1799). Διακόνησε τον λαό μας σε δύσκολες πνευματικά – εθνικά ώρες. Όταν οι ανίερες δαγκάνες των κατακτητών πίεζαν εφιαλτικά το ιστορικό μας σώμα. Σ’ αυτό ακριβώς το οριακό ιστορικά και κρίσιμο εθνικά σημείο του χρόνου, όπου ο ανήσυχος  βηματισμός της προέλασης του Βοναπάρτη και ο άτακτος καλπασμός του Γαλλικού διαφωτισμού είχαν ήδη αγγίξει το ιστορικό κορμί της Λευκάδος, θα αναδυθεί μέσα από την Εκκλησιαστική οικογένεια του τόπου– δυναμική, ηρωϊκή και γενναία- η σεπτή μορφή του Μητροπολίτη Λευκάδος και Αγίας Μαύρας Παρθενίου Β’ Κονιδάρη.

Όπως διαφαίνεται από τα υπάρχοντα σήμερα κείμενά του, αλλά και από προφορικές παραδόσεις, ο Επίσκοπος αυτός ήταν γνώστης των προβλημάτων, τα οποία, σαν τυραννική μέγγενη, περιέσφυγγαν την αδύναμη καρδιά του λαού. Τον διέκρινε όμως το πάθος του για τον λαό του Θεού. Διαρκής αγωνία του ο λόγος του Απ. Παύλουπροσέχετε εαυτοίς και τω ποιμνίω εν ω υμάς το πνεύμα το άγιον έθετο Επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Θεού».

Διακόνισε τον λαόν αυτόν με καθαρότητα διάθεσης, ζήλο προφητικό, αγάπη «άνευ όρων και ορίων». Πόθος ήταν η Εθνική και πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου. Η ενότητα του λαού με σύνδεσμο την συμμετοχή όλων στο κοινό «Ποτήριο της ζωής». Εξάλλου μονάχα έτσι διαφυλάσσεται η ενότητα και παραμένει «μία προσευχή, μία δέησις, εις νους μία ελπίς εν αγάπη, εν χαρά τη αμώμω ο εστίν Ιησούς Χριστός». Ιδιαίτερα τώρα που οι  «παράδοξες» ιδέες της Ευρώπης χτυπούσαν με πρωτοφανή αγριότητα και δυναμισμό τα «τείχη» της Ορθόδοξης  Πατρίδος μας. Ιδέες και θεωρίες που πλαγιομετωπικά χτυπούν και σήμερα και βιώνουμε την αλόγιστη κρίση, η οποία κυρίως είναι  πνευματικής ποιότητος.

  Πίστευε αταλάντευτα, πως μέσα από μια αληθινή πνευματική ανόρθωση της κοινωνίας θα διασφαλισθεί η ισορροπία του ανθρώπου, κατ’ επέκταση δε και αυτής της ίδιας της κοινωνίας. Το έργο όμως αυτό- ουσιώδες, αναγκαίο και σωτήριο- ανήκει «κατ’ αποκλειστικότητα» στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Παρατηρεί σχετικά ο Ηλ. Τσιτσέλης:

«Κατά την θυελλώδη εκείνην εποχήν πολλά υπέστησαν αι νήσοι και μάλιστα η Εκκλησία, υπό την επήρειαν  των αρχών της αχαλινώτου δημοκρατίας της ανετρεψάσης μετά των πολιτικών συστημάτων και τα  θρησκευτικά δόγματα και έθιμα…».

Προκειμένου δε να αγγίξουμε την καρδιά του Βονοπάρτη και να αποκαλύψουμε τις πραγματικές του διαθέσεις αξίζει να παραθέσουμε την από 16 Αυγούστου 1797 έκθεσή του προς  Το Γαλλικό Διευθυντήριο:

«… Η Τουρκική αυτοκρατορία ολονέν καταρρέει, κατέχοντες δε ημείς τας εν λόγω νήσους, δυνάμεθα ή να υποστηρίξωμεν την Τουρκίαν , έφ’ όσον είναι τούτο δυνατόν, ή να λάβωμεν  την μερίδα ημών εκ της κληρονομίας της». Είναι δε αποκαλυπτική των διαθέσεων του «δημοκράτη» κατακτητή η άποψη, πως « αν ο Βονοπάρτης καταλάμβανε Ελληνικά εδάφη, δεν θα τα απελευθέρωνε από τον Τουρκινό ζυγό».

  Η παραπάνω πάντως εξαγγελία αποτελεί ώριμο πια καρπό του Γαλλικού διαφωτισμού, του οποίου το κήρυγμα πέρα από τα σύνορα της Γαλλίας « ήταν πρόσχημα πολιτικών και πολεμικών επιχειρήσεων». Πιστό αντίγραφο και ανόθευτο φερέφωνο του διαφωτισμού ήταν ο κατακτητής της Λευκάδας Ναπολέων Βονοπάρτης. Οραματιστής σπινθηροβόλος, διπλωμάτης ανυποχώρητος, στρατιωτικός αλύγιστος και Γάλλος σταθερός αυτός δεν δίσταζε να στραγγαλίσει το ελεύθερο φρόνημα, να οδηγήσει   σε μια βίαιη υποταγή τον ιστορικό μας λαό και να δημιουργήσει αφόρητες συνθήκες επιβίωσής του στοχεύοντας σε μία ηθική-πνευματική και εθνική αιχμαλωσία.

 Τόπος καταγωγής του Επισκόπου Παρθενίου η Βαυκερή. Το μικρό χωριό στον κεντρικό κορμό της Λευκάδος, του οποίου οι κάτοικοι (σύνολο:111) αναπαυόταν κάτω από τις πνευματικές φτερούγες του Ασωμάτου. Μέσα στον ιερό χώρο του μοναστηριού αυτού ζυμώθηκε με την υψοποιό ταπείνωση, τα ανυποχώρητα αγωνιστικά παλαίσματα του Ορθόδοξου μοναχού και την άσβηστη εθνική αγωνία του Ρωμηού. Έτσι ένα ασυγκράτητο, ζωτικό και ζωντανό ρεύμα αντίστασης, που μεταφερόταν στον καθημερινό του βηματισμό, σαν σταθερός αγώνας και φλογισμένη αγωνία στο ταπεινόσχημο φρόνημα και τις θολές αναζητήσεις των επίδοξων κατακτητών, από πολύ νωρίς είχε διαπεράσει    την ανήσυχη καρδιά του ιερωμένου Παρθενίου. Η ακατάβλητη δύναμη της Ελληνορθόδοξης παράδοσης μας, μέσα στο πάντιμο περιβόλι της οποίας «εξ απαλών ονύχων» είχε μαθητεύσει, έγινε η τροφοδότρα μήτρα ζωής και ανάσα ελπίδας .

Για να αποτελέσει αργότερα τον κινητήριο μοχλό στην όλη διακονία και προσφορά του.

Είναι ιδιαίτερα εκφραστικό  και τιμητικό το έγγραφο του Ιωα. Καποδίστρια. Το δημοσιεύσαμε στο αντίστοιχο άρθρο μας  για πρώτη φορά και το συμπεριλάβαμε στο βιβλίο μας «Π. Γερ. Ζαμπέλης, Η Λευκάδα στον τρικυμισμό της ιστορίας. Λευκάδα»

«Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.

  Εν  Λευκάδι τη 25 Αυγούστου 1807 ε.πάλ.

 Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω προσεχώς εις Κέρκυραν. Αλλά, κοινοποιών Υμίν , ανιερώτατε, την αγγελίαν  ταύτην, δεν δύναμαι, να μην εκδηλώσω  συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου  προς Υμάς, έν δυσχεραστάταις  περιστάσεσιν  ευαρεστηθέντας, ίνα μοί παράσχητε συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ήν εξασκείτε επί της ψυχής του λαού τούτου, ανέκαθεν εκτιμήσαντος τάς αρετάς δι’ ών περικομείσθε και δικαίως ανυψώσαντος Υμάς εις την υψηλήν έδραν ήν κατέχετε.

 Γλυκυτάτην  θέλω φέρει  μετ’ εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ’ ήν πιστώς υπηρετούντες  τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα κατασκευοζόμενα υπό την  των εχθρικών τηλεβόλων, παριστάμενοι εντός  των ταφρών, δι’ ών περιεζώσθη η πόλις. Ούτε θέλω να λησμονήσει τας ημέρας, καθ’ άς, περιτρέχοντες τα όρη της νήσου, ενεπνέετε είς τάς καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν υπέρ Πατρίδος και Πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και του Υμετέρου παραδείγματος, ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας, αυτοί δε εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως  ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων προέταξαν εν ώρα κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων και ο βάρβαρος και αυθάδης εχθρός, όστις μας ηπείλε, ω χρίασεν ενώπιόν των. Τηλικαύται υπηρεσίαι, μεγάλως τιμώσαι την Υμετέραν Πανιερότητα και την πατρίδα, ήτις ηυτύχησε να έχη Υμάς, αναντιρρήτως συνέτεινον προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής, ήν ανεδέχθην ως  Έκτατος Επίτροπος της Εκλαμπροτάτης Κυβερνήσεως έν τη νήσω ταύτη.

  Διό παρακαλώ Υμάς, ίν’ αποδεχθήτε τάς έν τώ επισήμω τούτω εγγράφω κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοί επιτρέψητε δε συγχρόνως, ίνα μετά της αυτής ειλικρίνειας υποβάλω τη Εκλαμπροτάτη Κυβερνήσει τάς πατριωτικάς Υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων, άτινα οφείλονται προς την Υμετέραν Πανιερότητα.

Εύχομαι, ίνα η χείρ του Υψίστου, η προστατεύουσα αείποτε την νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα κίνδυνον έκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν αυτής είς αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινεν.

  Η ευχή αύτη, ήν εγώ απευθύνω  προς τον Παντοδύναμον, εμπνεόμενος υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος καί γνωρίζων κακή τύχη την οικτράν κατάστασιν, είς ήν περιήλθεν η νήσος, εξέρχεται έκ των μυχών της καρδίας μου.

  Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων να εμπνεύσητε τώ λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν, παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του Υμετέρου βλέμματος.

Δεξάσθε την βαθύτάτην υπόληψίν μου.

Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας».

 

Ο ιστορικός, επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω θα σημειώσει ευθαρσώς:

«Ο μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης, έκλαψε πολύ εκείνο  το πρωϊνό. Έκλαιγε γιά τήν  κατάντια των σκλάβων , έκλαιγε και παρεκάλεσε το Θεό να τον βοηθήση. Δεν ήταν από κείνους  που αφήνουν το κοπάδι να κυλήσει στον γκρεμό. Διέταξε τον υπηρέτη του να του ζέψη το μουλάρι, μπήκε καβάλα και τράβηξε για τά χωριά. Σφακιώτες, Καρυά το πρώτο απόγευμα και τις άλλες ημέρες Βασιλική, Άγιος Πέτρος και ύστερα στά πιο απόκρημνα κατσάβραχα στον τελευταίο συνοικισμό στον τελευταίο όρμο των ψαράδων. Κι αν έλειπε ο Ιεράρχης άπ’ το μέρος πού γινόταν οι εργασίες, ό κόσμος ξανάρχιζε να κατεβαίνη στο χάνδακα, να πληθαίνη και οί πρώτοι εξακόσιοι γίνοναι τώρα χιλιάδες. Κι όσο  ο Παρθένιος αργούσε να φανή τόσο οι εθελοντές πλήθαιναν και το έργο προχωρούσε κι αγάλιαζε η ψυχή του Καποδίστρια».(Σπ. Χρ.Βερυκίου, Επτανησιακοί Παλμοί και αγώνες στο 1821, Θεσ/κη 1971, σ.161).

Σημαντική είναι και η προσωπικότητα του αείμνηστου ιερομονάχου Σίλβεστρου (Σωτηρίου κατά κόσμον) Φραγκούλη. Γεννήθηκε στην Εγκλουβή ελάχιστα χρόνια πριν την δύση του πολυτάραχου 19ου αιώνα και ενώ ξεκινούσε η κυριοφορία του εκρηκτικού 20ου αιώνα.  Γύρω στα 1880μ.Χ. Ανδρώθηκε στο  Άγιο Όρος, για να καταλήξει στην Αγία Γη. Διακόνησε, ως Κανδηλανάφτης του Παναγίου Τάφου αρκετά χρόνια. Εκλέχθηκε ηγούμενος στο Θεομητορικό Μνήμα και στη συνέχεια θα μετατεθεί ως ηγούμενος της παλαίφατης Ι. Μονής του Αγίου Σάββα Ιεροσολύμων. Η όλη αναστροφή και διακονία του στην στην Αγία Γη – και όχι μόνο- ήταν ευσεβής κατάθεση και θυσιαστικής μορφής προσφορά. Αναστήλωσε –ανακαίνισε το προσκύνημα Ιωακείμ και Άννης, έκτασης 500τ.μ. Επίσης ανακαίνισε το Θεομητορικό μνήμα και τον τάφο του Οσίου Σάββα, σημειώνοντας εκφραστικά: « Ανεκαινίσθη το παρόν κουβούκλιον Δαπάνη του Της Ιεράς Λαύρας καθηγουμένου Αρχιμ. Σιλβέστρου Φραγκούλη εκ Λευκάδος, εις μνημόσυνον αυτού  και των γονέων αυτού, 1η 25η Μαρτίου έτους 1929».

Στον Καζά της Αγίας Μαύρας, στον λιβά του Κάρλελι συμπεριλαμβάνεται η Βαυκερή. Ο Καζάς αναφέρεται στο έτος 1520: Έχει : Χανέδες 5, αγάμους1, χήρους 1, πρόσοδο 653. Το 1613/14 έχει χανέδες 15.

Σε Τουρκικό ταπού του 16ου αιώνα θα συνατήσουμε τον παρακάτω πίνακα ονομάτων. Είναι όλοι κάτοικοι της Βαυκερής.

1 Vasili Gazi Βασίλης Γαζής
2 Dimo Gazi Δήμος Γαζής
3 Yakymi Gazi Γιακουμής Γαζής
4 Istati Gazi Στάθης Γαζής
5 Petro Istati Πέτρος Στάθης
6 Yani M?ursi?n?a Γιάννης Μ[π]ουρσινός
7 Papa Dimo   Παπά-Δήμος  
8 Tanasi Dimo Θανάσης Δήμος
9 Yani M?alam?o Γιάννης Μάλαμας
10 Yani Istefani Γιάννης Στεφανής
11 Panayoti Vireto Παναγιώτης Βρεττός
12 Yani Meli?s Γιάννης Μελίσσης(;)
13 Dimo Vireto Δήμος Βρετός
14 Yani Gazi Γιάννης Γαζής
15 Yakumi K?ylen?din?o Γιακουμής Κουλεντινός[;]
16 Hiristoduli Yakumi Χριστόδουλος Γιακουμής
17 Galaco Viledis Γαλιάτζος Βλαντής
18 Yorgo Gazi Γιώργος Γαζής
19 Nikolo Gazi Νικολός Γαζής
20 Andoni Gazi Αντώνης Γαζής
21 Firango sIropulo Φράγκος Συρόπουλος
22 Tegofilo Firango Θεόφιλος Φράγκος
23 Yani Mansego Γιάννης Μανθέος
24 Papa Yani   Παπα-Γιάννης  
25 Hirostoduli Cangar Χριστόδουλος Τσαγκάρης
26 Papa Todora   Παπα-Θόδωρας  
27 Yorgo Viledis Γιώργος Βλαντής
28 Nikolo Siropulo Νικολός Συρόπουλος
29 Istamad Nikolo Σταμάτης Νικολός
30 Dimo Rizo Δήμος Ρίζος
31 Avyerina Dimo Αυγερινός Δήμος
32 Panayoti Sipiro Παναγιώτης Σπύρος
33 Dimo Mansego Δήμος Μανθέος
34 Tanasi Rizo Θανάσης Ρίζος
35 Istamad Rizo Σταμάτης Ρίζος
36 Panayoti Mihali Παναγιώτης Μιχάλης
37 Adam Mansego Αδάμ Μανθέος
38 [To]filo Rizo Θεόφιλος Ρίζος
39 Mihali Kosta Μιχάλης  Κώστας
40 Nikola Avyerino Νικόλας Αυγερινός
41 Nikola Simo Νικόλας Σίμος
42        
43 M?arat?o Rizo Μαράτος Ρίζος
44 Gazi Rizo Γαζής Ρίζος
45 Filipis Rizo Φιλιππής Ρίζος
46 Istati Mansego Στάθης Μανθέος
47 Miho Sipiro Μίχος Σπύρος
48 Nikola Istamad Νικόλας Σταμάτης
49 Avyero Mansego  Αυγέρος Μανθέος
50 Mihali Rizo Μιχάλης Ρίζος

 

 

Η αυξομείωση του πληθυσμού και των υποστατικών μέσα στο χρόνο είναι περίπου η παρακάτω:

Το 1783 η Βαυκερή είχε 85 σπίτια και  5 εκκλησίες. Το 1808 είχε 388 κατοίκους. Το 1870 ο Δήμος Καρυάς, συμπεριλαμβανομένης και της Βαυκερής, είχε 3363 κατοίκους. Ενώ το 1879 είχε 3660. Το 1907 είχε η Βαυκερή 466 κατοίκους. Το 1951 είχε 294 κατοίκους.

Ο ισχυρός σεισμός του 1783 κατέστρεψε στην  Βαυκερή  85 σπίτια. Ερειπώσεις σπιτιών θα παρατηρηθούν με τους σεισμούς του 1914 και 1948.

Η ιστορική πορεία, παρουσία και δράση του χωριού θα συνεχίζεται σταθερά και διδακτικά. Ξεπερνώντας τις πολύμορφες συμπληγάδες της ιστορίας και οριοθετώντας τα χαρμόσυνα και διδακτικά του χρόνου, πάντοτε το ανθρώπινο σύνολο σε σύμπλευση με την ενορία και την ενίσχυση της Ελληνορθόδοξης μαρτυρίας και ταυτότητας της από τον πλούσιο ποιμαντικά – εκκλησιαστικά χώρο της μονής Ασωμάτου, διακόνησε και ενίσχυσε μορφωτικά – όχι παραμορφωτικά- το ενοριακό ανθρώπινο σύνολο. Οι πατέρες, για χρόνους ικανούς, λειτούργησαν σαν ακριβείς και πολύτιμοι διάκονοι του Θεού και του ανθρώπου στον χώρο του χωριού. Δεν θα λείπουν και οι δύσκολες ώρες. Με τον φιλάδελφο κανονικό παρεμβατικό  της λόγο όμως η τοπική Εκκλησία θα εξισορροπεί τα πράγματα και θα προφθάνει τα εφιαλτικά ραγίσματα διασώζοντας  ψυχές που αναστηλώνοντας συνειδήσεις.

 Τα παραδείγματα είναι εκφραστικά:

«Ημείς Γρηγόριος Μητροπολίτης Λευκάδας και υπέρτιμος  έξαρχος . Προκήρυξης κλοπής εις το νερόμυλο του Ανδρέα Βρεττού περιοχής Βαυκερής.

Την προπερασμένην εβδομάδα κάποιοι κακότροποι άνθρωποι ελθόντες εις τον Νερόμυλον του Κυρίου Ανδρέα Βρεττού εις την τοποθεσίαν Σφαγέλω περιοχής του χωρίου Βαυκερής, του έκλεψαν 13 μέτρα γέννημα, ως και πρότερον του είχαν κλέψει 30 πήχεις ψώνια, 14 πήχεις δήμετο, μία εγκατελειμένη κατσαρόλα, ένα στατέρι και άλλα διάφορα. Όθεν κοινοποιείται ότι όποιο ταύτα έπραξε αν, ει μεν και φοβηθούν τον Θεόν και τα επιστρέψουν ή πληρώσουν αυτά πνευματικώ τω τρόπω, τέλος είσθε συγχωρημένοι και παρά Θεού και παρ’ ημών ειδέ όποιος είδε ή ηξεύρει, ή άκουσε τους κλέψαντες ταύτα να ήθελε να αναφερώσι Πνευματικώ τω τρόπο, ας συνεργηθή και επιστρέψωσιν αυτά, άλλως ας ηξεύρουν, ότι μετά την κήρυξιν της παρούσης, ήτις θέλει αποκαλυφθεί επ’, Εκκλησίας εν Καιρώ της θείας λειτουργίας εις ακρόασιν πάντων τρεις συνεχείς Κυριακάς εις τας Κύβμας Βαυκερής και Νεοχωρίου. Θέλει δε δοθή άδεια να ψαλλεί επιτίμιον αφορισμού.

Εδόθη εκ του Ιερογραμματέως του Μητροπολίτου τη 4 Δεκεμβρίου 1856

(Σ) Γρηγόριος

      Μητροπολίτης Λευκάδος και Υπέρτιμος κ ας έξαρχος»

Αριθμ.554  Βασιλειον της Ελλάδος

Εν Λευκάδι         Ο Μητροπολίτης Λευκάδος

τη  5 Απριλίου 1868

 

  Δυνάμει του επί των εκκλησιαστικών Νόμου από 8 Ιουνίου 1856, αφορώντος τας ενορίας και εφημέριους των Εκκλησιών Χωρίων και πόλεων υπό της Ιεράς Συνόδου και του επί των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας δημοσιευθέντος,

Διατάττομεν

Τους εν τω χωρίω Βαυκερή υπάρχοντας δύο ιερείς Μαρίνον Μπαριάμην και Αναστάσιον Μανωλίτσην, ιναομέν ιερεύς Μαρίνος διαμένη εφημερεύων εις την εν τω χωρίω Εκκλησία της Αγίας Μαρίνης, εν δε ταις άλλαις εκκλησίαις του χωρίου διαμένη ο ιερεύς Αναστάσιος προς εξυπερέτησιν των χριστιανών μας.

 

(Σ) + Γρηγόριος

Ο Μητροπολίτης Λευκάδος».

Δεν πρέπει να αγνοούμε πως το σημερινό χωριό Ράχη αποτελεί αναπτυσσόμενο χωριό επηρεασμένο από την –θετική ή την αρνητική  – ανάπτυξη του Νυδριού. Οι κάτοικοι, εκείνοι που έζησαν την πνευματική –λειτουργική και παιδευτική επίδραση της μονής του Ασωμάτου Μιχαήλ και των Πατέρων της ή των εγγάμων εφημερίων νοσταλγούν ζώντες τις εμπειρίες εκείνες.

 Έχει μία ενορία, του Αγίου Διονυσίου, και ο εφημέριος αποτελεί τον πρώτο και μοναδικό κρίκο ζωής, που προέρχεται από την Βαυκερή.

Ο ήμερος και σταθερός σε αρχές ιστορικός βηματισμός του χωριού συνεχίζεται. Διδακτικός, ενωτικός, Ελληνορθόδοξος, ευπρεπής. Τίμιος και αληθινός.